Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ~ από το σίριαλ στην ιστορική πραγματικότητα

    Υπήρξε ο 13ος Σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, γεννήθηκε το 1494 στη Τραπεζούντα. Γιος του Σελίμ του Α’ και της Βαλιντέ Σουλτάν, Αϊσέ Χαφσάν Σουλτάν. Ονομάστηκε από τους Τούρκους “νομοθέτης”. Το προσωνύμιο Μεγαλοπρεπής του δόθηκε για τον λόγο ότι η αυτοκρατορία επί της εποχής του έφτασε στο απόγειό της. Σπούδασε  στο Παλάτι του Τόπ Καπί, στρατιωτική τακτική, ιστορία, θεολογία, λογοτεχνία ενώ παράλληλα έμαθε αρκετές ξένες γλώσσες, όπως σέρβικα, περσικά, αραβικά κλπ. Αγαπημένη του προσωπικότητα και πρότυπό του ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος. Όπως ήταν φυσικό ανατράφηκε σύμφωνα με τον “Ισλαμικό νόμο”. Λίγα χρόνια πριν διαδεχθεί τον πατέρα του στάλθηκε στην αρχαία Μαγνησία, την Μανίσα. Οι γνωριμίες σ’ αυτή την πόλη, θα είναι σημαντικές για το υπόλοιπο της ζωής του. Ερωτεύεται την Μαχιντεβράν, μια χριστιανή που πουλήθηκε σαν σκλάβα στο μεγάλο χαρέμι του και την παντρεύεται, αποκτώντας μαζί της τρεις γιους. Επίσης γνωρίζει τον φίλο του Ιμπραήμ Παργκαλί, χριστιανικής και ελληνικής καταγωγής, που αργότερα θα γίνει και πρώτος Βεζίρης της αυτοκρατορίας. Το 1520 διαδέχεται τον πατέρα του και κληρονομεί μία τεράστια και ισχυρή αυτοκρατορία, που ταυτόχρονα ήταν και οικονομική δύναμη. Έζησε μέσα στη χλιδή αλλά αυτό δεν επηρέασε το χαρακτήρα του, ούτε υπήρξε ένας ηγεμόνας χαλαρός με ευαισθησίες. Ήταν σκληρός και απόλυτος. Κατόρθωσε να αυξήσει τα εδάφη της αυτοκρατορίας του, ανατολικά επιβλήθηκε στους Πέρσες, κατέλαβε τη Ρόδο, τη βόρειο Αφρική ενώ παράλληλα εδραιώθηκε στις αραβικές περιοχές. Δυτικά έφτασε μέχρι τη Βιέννη.
              Στόχος του Σουλεϊμάν ήταν να φέρει την Τουρκία στην Ευρώπη, ώστε να καθορίζει αυτή τα ευρωπαϊκά πράγματα. Έτσι με την υποταγή της Δύσης θα μετέτρεπε τις ευρωπαϊκές χριστιανικές  χώρες σε μουσουλμανικές. Ήταν ο πρώτος Τούρκος που οραματίστηκε μια Μουσουλμανική Ευρώπη. Απόρροια αυτού του σχεδίου του, ήταν η άλωση του Βελιγραδίου στις 28 Αυγούστου 1521, κάνοντας έτσι την ιστορική αυτή πόλη σύνορο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με τον δυτικό κόσμο. Ακολούθησε ο εξισλαμισμός της πόλης και η τοποθέτηση μιναρέδων και τζαμιών σε πολλά σημεία της, που σε συνδυασμό με την αλλοίωση του σλαβικού και χριστιανικού πληθυσμού  της, άλλαξε την εθνολογική της ταυτότητα προς όφελος της αυτοκρατορίας του. Επίσης μετέτρεψε το Βελιγράδι σε σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής των Βαλκανίων. Την ίδια περίοδο εκστρατεύει κατά της Ρόδου, τον Ιούνιο με 300-400 πλοία, σύμφωνα με τις πηγές. Επιπλέον με 100.000 άνδρες πεζικό κατευθύνεται προς τα Μικρασιατικά παράλια, ακριβώς απέναντι από το νησί. Την περίοδο αυτή, η Ρόδος βρίσκεται υπό την κατοχή των Ιωαννιτών Ιπποτών. Την 1η Αυγούστου ξεκινά η πολύμηνη πολιορκία Παράλληλα με τους βομβαρδισμούς, ειδικοί λαγουμιτζήδες σκάβουν υπόγειες στοές κάτω ακριβώς από την πόλη της Ρόδου, με σκοπό να τοποθετήσουν εκρηκτικούς μηχανισμούς, οι εκρήξεις των οποίων θα προκαλέσουν κατάρρευση των τειχών. Οι 7.500 περίπου υποστηρικτές του νησιού αμύνονται σθεναρά και αποφασισμένα στις ορδές του Σουλεϊμάν. Παρ’ όλα αυτά, οι βομβαρδισμοί είναι σφοδροί και η έλλειψη αποθεμάτων τροφής για τους πολιορκημένους λειτουργεί ανασταλτικά στις άμυνες τους.
                   Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, αποφασίζεται η παράδοση του νησιού στις 10 Δεκεμβρίου 1522. Βασικός όρος που υποσχέθηκε ο Σουλεϊμάν, ο σεβασμός της ζωής των αμυνομένων και των χριστιανών αμάχων και η ανεμπόδιστη φυγή τους από το νησί. Μάταια έδειξαν εμπιστοσύνη οι Ροδίτες στο λόγο του σουλτάνου. Στις 25 Δεκεμβρίου, παρά τα όσα είχαν υποσχεθεί, οι Γενίτσαροι του Σουλεϊμάν έσφαζαν πολλούς χριστιανούς που είχαν επιζήσει και κατέστρεψαν ολοσχερώς ορθόδοξους ναούς. Η ζωή των χριστιανών που τελικά επέζησαν και παρέμειναν στο νησί ήταν άθλια. Γι’ αυτό το λόγο εφτά χρόνια μετά την παράδοση της Ρόδου, οι κάτοικοι του νησιού πίστεψαν στην βοήθεια της χριστιανικής Δύσης, που τους έδινε το δικαίωμα να ελπίζουν την ελευθερία τους.Οργάνωσαν έτσι, μυστικά σχέδιο επανάστασης κατά του σουλτάνου το 1529. Το σχέδιο όμως έγινε γνωστό στον Σουλεϊμάν και σφαγίασε το μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής χριστιανικής κοινότητας του νησιού. Γενικότερα, η πολιτική του απέναντι στους χριστιανούς ήταν ιδιαιτέρως σκληρή. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Βασιλεύουσας στάθηκαν περισσότερο τυχεροί εξαιτίας των Πατριαρχών Θεόληπτου του Α’ και του διαδόχου του Ιερεμία. Ο πατέρας του Σουλεϊμάν, Σελίμ ο Α’, το 1520 επεδίωξε να εξισλαμίσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας και ταυτόχρονα να μετατρέψει τις εκκλησίες σε τζαμιά. Ο Πατριάρχης Θεόληπτος Α’ έσωσε τον πληθυσμό και τις εκκλησίες αφού κατόρθωσε να μεταπείσει τον Σελίμ, που φαινόταν να εκτιμά τον Πατριάρχη.
                  Παρόμοια ήταν και η πολιτική του Σουλεϊμάν με αυτή του πατέρα του. Το 1537 πολιορκεί την Κέρκυρα, με 25.000 στρατιώτες και με 320 πλοία υπό την καθοδήγηση του “πατέρα του τουρκικού ναυτικού” Μπαρμπαρόσα, ο οποίος σημειωτέον ήταν ελληνικής καταγωγής από την μεριά της μητέρας του. Με την ανεπιτυχή για τους Τούρκους έκβαση της πολιορκίας, άρχισαν άμεσα σφαγές αμάχων που δεν είχαν προλάβει να εισέλθουν στο φρούριο, πλιάτσικο περιουσιών, βιασμοί και καταστροφές μνημείων του νησιού από τους γενίτσαρους. Η σθεναρή αντίσταση των υπερασπιστών του φρουρίου σε συνδυασμό με τον χειμώνα που ερχόταν ανάγκασε τον Σουλεϊμάν να λύσει την πολιορκία. Κατά την οπισθοχώρηση τους οι Οθωμανοί, αφού πήραν ως σκλάβους όσους Κερκυραίους θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να τους πουλήσουν, εκτέλεσαν τους υπόλοιπους και τα πτώματα τους έμειναν άταφα. Μετά την αποτυχία του αυτή ο Σουλεϊμάν επιχείρησε να μετατρέψει χριστιανικούς ναούς σε τζαμιά και να σφαγιάσει μέρος του χριστιανικού πληθυσμού. Δεν ήταν μόνο η οργή του για την αποτυχία του αλλά και λόγοι στρατηγικής, καθώς στην συνεχόμενα αυξανόμενη -εδαφικά- αυτοκρατορία του, η ύπαρξη πολλών χιλιάδων υποτελών χριστιανών, θα μπορούσε κατά καιρούς να κυοφορεί εστίες επαναστάσεων και εξεγέρσεων. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας κατόρθωσε να πείσει τον Σουλεϊμάν να ακυρώσει τα σχέδιά του. Δεν κατόρθωσε όμως να τον πείσει να σταματήσει τους γενίτσαρους του, να μην καταστρέψουν τον Σταυρό που βρίσκονταν στον τρούλο της εκκλησίας της Παμμακαριστού.
                   Στην προσωπική του ζωή, ο Σουλεϊμάν, φαίνεται πως δεν ήταν σταθερός στις επιλογές του. Λέγεται και είναι αληθές, ότι ήταν ο Σουλτάνος με το μεγαλύτερο χαρέμι γυναικών. Ακόμα και σήμερα αν πάει κανείς στο Τοπ Καπί, μπορεί να δεί το πελώριο κρεβάτι του. Ωστόσο, πέρα από το θρυλικό Χαρέμι του, υπήρχε και το Εντερούν. Ο Νεοκλής Σαρρής (Οσμανική Πραγματικότητα τόμος Α) ανέφερε μεταξύ άλλων γι’ αυτό: “Ο Σουλτάνος διαμοίραζε τη ζωή του ανάμεσα στα δύο τμήματα των ανακτόρων. Στο Χαρέμι περιστοιχίζονταν από γυναίκες, στο Εντερούν από τους “γκουλεμά”. Στο ίδιο βιβλίο δίνονται και άλλα παραδείγματα σουλτάνων, όπως π.χ. του Βαγιαζήτ Β’, που σαν παράδοση έδιναν σαν δώρα στους γιους τους πέρα από παλλακίδες και αγόρια για το χαρέμι τους. Πέρα από αυτά όμως, ο Σουλεϊμάν, επηρεάστηκε σε απόλυτο βαθμό, από την Ρωξελάνη. Η Ρωξελάνη ήταν η πρώτη χριστιανή σκλάβα, που έγινε σύζυγος και μητέρα παιδιών σουλτάνου στα χρονικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μετά τον γάμο τους μετονομάστηκε σε Χουρέμ. Το πόσο πολύ επηρέαζε τον Σουλεϊμάν μπορεί να το αντιληφθεί κανείς από το ότι τον έπεισε να θανατώσει τον γιο του Μουσταφά αλλά και τον παιδικό φίλο του και κουνιάδο του Ιμπραήμ Παργκαλί το 1536. Οι μηχανορραφίες της Χουρέμ τον τύφλωσαν και τον έπεισε ότι ο Ιμπραήμ ετοίμαζε πραξικόπημα εναντίον του. Μετά από χρόνια ο Σουλεϊμάν μετάνιωσε για το έγκλημά του αυτό.
                  Τελειώνοντας, ο Σουλεϊμάν άφησε την τελευταία του πνοή το 1566 έξω από τα τείχη της πόλης Σίτγκετβαρ, κατά την εκστρατεία εναντίον της Ουγγαρίας. Ο θάνατός του κρατήθηκε μυστικός από το στράτευμα για τρεις περίπου εβδομάδες. Μάλιστα, εκτελέστηκαν και οι γιατροί του για μην μαθευτεί το γεγονός κατά την πολιορκία. Μετά την αποτυχία της εκστρατείας επέστρεψαν στην Πόλη τα στρατεύματά του και τότε γνωστοποιήθηκε το γεγονός. Μέχρι τότε όλοι γνώριζαν ότι ο σουλτάνος ήταν άρρωστος. Επί των ημερών του, η οθωμανική αυτοκρατορία κατέστη παγκόσμια υπερδύναμη και οικονομικά αλλά και στρατιωτικά,σε ξηρά αλλά και στη θάλασσα. Για τους Τούρκους και τους μουσουλμάνους μπορεί να μνημονεύεται σαν ήρωας, αλλά για τον Ελληνισμό και τον χριστιανισμό της εποχής του υπήρξε εχθρός. Αρκεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να αντιληφθεί ο οποιοσδήποτε πως συμπεριφέρθηκε ο Σουλεϊμάν στους Έλληνες της Πελοποννήσου. Στην πολιορκούμενη Κορώνη δέκα Έλληνες που παραδόθηκαν στους Τούρκους, ψήθηκαν ζωντανοί στις σχάρες αφού πρώτα τους έγδαραν. Δυστυχώς, σήμερα οι γείτονες μέσα από ένα αμφιλεγόμενο σίριαλ, έχουν καταφέρει να κάνουν πράξη, αυτό που δεν κατάφερε ο Σουλεϊμάν με τα στρατεύματά του. Να κατακτήσουν την Ευρώπη και ιδιαίτερα τα Βαλκάνια που υπέστησαν τους μεγαλύτερους διωγμούς, από αυτόν που σήμερα πολλοί παρακολουθούν φανατικά κάθε βράδυ. Μόνο να αναρωτηθεί κανείς ποιος μπορεί να είναι ο σκοπός αυτών που προβάλουν το συγκεκριμένο σίριαλ…

Σμύρνη 1922 ~ ο ξεριζωμός

            Αρχές Μαΐου 1919 τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη. Έχει προηγηθεί το 1918, το συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι, όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος συντάσσει υπόμνημα που διατυπώνει τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις. Συγκεκριμένα ζητούσε την ενσωμάτωση των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου, της πολύπαθης Βορείου Ηπείρου, των Δωδεκανήσων που τελούσαν υπό ιταλική κατοχή, της δυτικής και ανατολικής Θράκης καθώς και τμήματος της δυτικής Μικράς Ασίας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός θεμελίωνε τις εθνικές διεκδικήσεις με ιστορικά, γεωγραφικά, πολιτιστικά και οικονομικά δεδομένα, επιπλέον τόνιζε τους ασταμάτητους διωγμούς των ελληνικών πληθυσμών από Τούρκους και Βούλγαρους στα προηγούμενα χρόνια. Οι διεθνείς εξελίξεις ήταν θετικές για την Ελλάδα, με αποκορύφωμα την υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγί, που όριζε την προσάρτηση της δυτικής Θράκης στην Ελλάδα και την ανταλλαγή 92.000 Βουλγάρων με 46.000 Έλληνες της Βουλγαρίας. Επιπλέον η εξωτερική πολιτική της Ιταλίας στην περιοχή της Μικράς Ασίας, που στόχευε στην ουσιαστική προσάρτηση της από τους Ιταλούς, προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ, που ήθελαν να απαλλαχθούν από αυτή. Βάσει αυτού αλλά και των βιαιοτήτων τσετών εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού της Σμύρνης, που εκμεταλλεύτηκε διπλωματικά ο Βενιζέλος, η περιοχή της Σμύρνης παραχωρείται στην Ελλάδα. Η Ελληνική διοίκηση στην περιοχή θα είχε πενταετή διάρκεια και μετά ο τοπικός πληθυσμός θα αποφάσιζε με δημοψήφισμα το μέλλον του. Η Ελλάδα θα έπρεπε να αποδείξει στους συμμάχους αλλά και στον μουσουλμανικό πληθυσμό ότι μπορεί να αποδώσει δίκαιη δημόσια διοίκηση χωρίς διακρίσεις και οπωσδήποτε να αποφύγει οποιουδήποτε είδους ρεβανσισμού έναντι των Τούρκων. 
             Στις 2 Μαΐου τμήματα του Ελληνικού στρατού αποβιβάζονται στην προκυμαία της Σμύρνης και γίνονται αποδεκτά από το ελληνικό στοιχείο της πόλης, που άγγιζε το 60% του πληθυσμού, με ενθουσιασμό. Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, μία ημέρα πριν, σε διάγγελμά του προς τον λαό της Σμύρνης λέει: ” Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του συνενδρίου της Ειρήνης να καταλάβη Σμύρνην ίνα ασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αυτή ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριον είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος. Διατελέσας μέχρι των Βαλκανικών Πολέμων υπόδουλος υπό τόν αυτόν σκληρότατον ζυγόν, εννοώ ποία αισθήματα χαράς θα πλημμυρίσουν σήμερον τας ψυχάς των Ελλήνων της Μικρασίας. Την εκδήλωσιν των αισθημάτων τούτων δεν εννοώ, βεβαίως, να παρεμποδίσω. Αλλά είμαι βέβαιος, ότι η εκδήλωσις αυτή δεν θα λάβη ουδένα χαρακτήρα ούτε εχθρικότητος, ούτε υπεροψίας απέναντι ουδενός των συνοίκων στοιχείων του πληθυσμού…Ας δοθή εις αυτούς να εννοήσουν ότι δεν εορτάζομεν την κατάλυσιν ενός ζυγού, διά να υποκαταστασήσωμεν εις αυτόν την ιδίαν ημών επικράτησιν επί βλάβη των άλλων…”. Η απόβαση αυτή όμως φανατίζει ακόμη περισσότερο τους Τούρκους, μερίδα φανατικών μουσουλμάνων προκαλεί με πυροβολισμούς προς τα ελληνικά αγήματα. Η απάντηση των Ελλήνων είναι όμοια. Ο Αμερικανός Πρόξενος στη Σμύρνη George Horton έγραψε για τα γεγονότα αυτά: “Πολλά έχουν λεχθεί για ωμότητες και σφαγές που διέπραξαν τα ελληνικά στρατεύματα κατά την αποβίβασή τους στη Σμύρνη στις 15 Μαΐου 1919. Στην πραγματικότητα, τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκείνη και τις επόμενες δυο-τρεις μέρες μεγαλοποιήθηκαν τόσο πολύ, ώστε η κοινή γνώμη έμεινε με την εντύπωση ότι είχαν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις ακόμα και από την οργανωμένη εξόντωση ολόκληρων εθνών από τους Τούρκους.” Την αποβίβαση των στρατευμάτων ακολούθησε αυτή της ελληνικής διοίκησης, δηλαδή της Ύπατης Αρμοστείας. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, στόχος της ήταν η ισονομία μεταξύ Ορθοδόξων και μουσουλμάνων και η αποφυγή διακρίσεων. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε ύπατο αρμοστή τον Αριστείδη Στεργιάδη, πρώην γενικό διοικητή Ηπείρου, που είχε πείρα σε θέματα διοίκησης περιοχών με ανάμεικτους πληθυσμούς, ενώ ήταν και εμπειρογνώμων στο μουσουλμανικό δίκαιο. Ο Στεργιάδης πάντως έμεινε γνωστός στην ιστορία για τον δύστροπο χαρακτήρα του και για την προτίμησή του να ικανοποιεί αιτήματα μουσουλμάνων παρά ορθοδόξων. Ο Ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης τον αντιπαθούσε ιδιαίτερα, παρόλα αυτά ο Βενιζέλος δεν τον αντικατέστησε γιατί τον θεωρούσε τον πλέον ικανό για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Την ίδια περίοδο ιδρύεται το Ιωνικό Πανεπιστήμιο Σμύρνης, την οργάνωση του οποίου αναλαμβάνουν οι διακεκριμένοι επιστήμονες Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή και Γεώργιος Ιωακείμογλου. Οι εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου θα μπορούσαν να συγκριθούν με τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης, ωστόσο δεν πρόλαβε να λειτουργήσει.
              Στα πεδία των μαχών, ο ελληνικός στρατός δεν σταματούσε την προέλασή του και είχε φτάσει σε βάθος 120 χλμ από τα μικρασιατικά παράλια. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν ουσιαστικά ασήμαντη, οι τσέτες του Κεμάλ αρχικά δεν μπορούσαν να σταθούν σε κατά μέτωπο επίθεση γι’ αυτό ακολούθησαν τη μέθοδο του ανταρτοπόλεμου, με σκοπό να φθείρουν τον εχθρό. Εξαιτίας των επιθέσεων αυτών, ο πρωθυπουργός έστελνε συνεχώς ενισχύσεις από την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, οι Ιταλοί ενισχύουν απροκάλυπτα τον Κεμάλ. Η αντίδραση του ελληνικού στρατού είναι άμεση και καταλαμβάνει την Προύσα. Στις 10 Αυγούστου υπογράφεται η συνθήκη των Σεβρών, που εγγυάται στην Ελλάδα και την ανατολική Θράκη. Με την υπογραφή της, ο Βενιζέλος πιστεύει ότι έχει δημιουργήσει την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ωστόσο η συνθήκη παρά την υπογραφή της δεν θα ισχύσει ποτέ. Οι κεμαλικοί δεν την αναγνωρίζουν και σε συνδυασμό με την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, που  επαναφέρει τον Κωνσταντίνο στη χώρα, δημιουργούνται νέα δεδομένα στη διεθνή σκακιέρα. Οι δυνάμεις της Αντάντ, έχοντας σαν πρόσχημα την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του βασιλιά, αρχίζουν να εγκαταλείπουν την Ελλάδα και να κλείνουν οικονομικές και στρατιωτικές συμφωνίες με τον Κεμάλ. Πρώτη η Γαλλία στρέφεται στον ηγέτη των Τούρκων και τον Οκτώβρη του 1921 υπογράφεται το Σύμφωνο της Άγκυρας, βάσει του οποίου οι Γάλλοι παραχωρούν την Κιλικία στον Κεμάλ και ο τελευταίος παραχωρεί οικονομικά και εμπορικά προνόμια σ’ αυτούς. Επιπλέον, οι τσέτες εκπαιδεύονται από Γάλλους εκπαιδευτές και ενισχύονται με οπλισμό του γαλλικού στρατού. Έτσι μετά την συμμαχία με Σοβιετικούς και Ιταλούς, οι Τούρκοι βρίσκουν έναν ακόμη ισχυρό σύμμαχο. Η Μεγάλη Βρετανία την ίδια περίοδο, μόνον θεωρητικά υποστηρίζει τις ελληνικές θέσεις. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επισκέπτεται τη Σμύρνη και μετά από λίγο ξεκινά η αντεπίθεση του ελληνικού στρατού, που στόχο είχε την κατάληψη της Άγκυρας. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ουσιαστικά τη μονιμοποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Η αποτυχία στον Σαγγάριο, στις αρχές Αυγούστου, ματαιώνει τα σχέδια του γενικού επιτελείου και αρχίζει να μετρά αντίστροφα η ώρα μέχρι τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τα Μικρασιατικά παράλια.

     Έν τω μεταξύ, στον κυρίως ελλαδικό χώρο, το κλίμα είναι τεταμένο.Η οικονομική κατάσταση της χώρας είναι χείριστη και οι κυβερνητικές αλλαγές συνεχόμενες. Αρχές Αυγούστου του 1922, ο Κεμάλ εξαπολύει επίθεση στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ. Με την πρώτη επίθεση δημιουργείται ρήγμα που επιτρέπει την προέλαση του τουρκικού στρατού προς την πόλη της Σμύρνης. Η έλλειψη αμυντικού σχεδιασμού, αναγκάζει τον εξαθλιωμένο ελληνικό στρατό να τραπεί σε άτακτη φυγή. Οι τσέτες σφάζουν ασταμάτητα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούμε στη κατάσταση του ελληνικού στρατού. Η οικονομική κρίση καθώς και η κυβερνητική αστάθεια ήταν λογικό να επηρεάσουν αρνητικά τον ήδη κουρασμένο στρατό. Επιπλέον, ο στρατός βρισκόταν για περισσότερο από μία δεκαετία στα πεδία των μαχών με αποτέλεσμα τόσο την καθημερινή λιποταξία στρατιωτών, όσο και την κούραση που έφτανε τα όρια της εξαθλίωσης αν υπολογίσουμε την έλλειψη τροφής και ελάχιστης έστω ξεκούρασης. Ο Στυλιανός Γονατάς γράφει στα απομνημονεύματά του: “…Τα πόδια των περισσοτέρων ανδρών έχουν πρησθή εκ των μακρών πορειών. Ποδαλγοί και ασθενείς πίπτουν παραπλεύρως των οδών και ζητούν να τους πάρουν…Πολλοί αποκοιμούνται και εγειρόμενοι κατόπιν ακολουθούν οιανδήποτε μονάδα διέρχεται…Εις τα άλλα δεινά μας προσετίθετο και η έλλειψις τροφίμων. Εάν κατά την περίοδον αυτήν δεν υπήρχαν τα σταφύλια εις τα αμπέλια, ο στρατός θα ήτο αδύνατον να συντηρηθή”. Η κατάρρευση του μετώπου αναγκάζει όσους ορθόδοξους διέφυγαν από την εκδικητική μανία των τσετών να εισέλθουν στη Σμύρνη, ελπίζοντας ότι θα σωθούν από την ολοκληρωτική σφαγή. Σύμφωνα με στοιχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου 250.000 Έλληνες και 15.000 Αρμένιοι εγκατέλειψαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και κατευθύνθηκαν προς την πόλη της Σμύρνης. Στις 21 Αυγούστου ο αρχηγός του Μικρασιατικού μετώπου Αρχιστράτηγος Χατζανέστης ,πράγματι εκτός τόπου και χρόνου, δήλωνε στην εφημερίδα “Θάρρος”  ότι “… οι Τούρκοι όχι μόνον μετά από δέκα ημέρας αλλ’ ούτε μετά από δέκα μήνας θα δυνηθούν να εισέλθουν εις την Σμύρνην”. Στιγμές μαύρες και τραγικές για τον ελληνισμό της Ιωνίας. Όλοι ετοιμάζονταν μέσα στον φόβο και τον θρήνο να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τους γλίτωναν από τον Κεμάλ. Στις 25 Αυγούστου ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος με επιστολή του ανέφερε στον Βενιζέλο ” Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το ελληνικόν κράτος, αλλά και σύμπαν το ελληνικόν Έθνος καταβαίνει εις τον Άδην από του οποίου καμμία πλεόν δύναμις δεν θα δυνηθή να το αναβιβάση και το σώση. Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής βεβαίως αίτιοι είναι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί Σας εχθροί, πλήν και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος”. Στις 27 οι Τούρκοι μπαίνουν στη Σμύρνη, την ίδια στιγμή χιλιάδες Ελλήνων προσπαθούν να επιβιβαστούν στα πλοία για να σώσουν το τελευταίο πράγμα που τους είχε απομείνει, την ζωή και την αξιοπρέπειά τους. Οι Τούρκοι δεν χάνουν στιγμή και ξεκινούν άμεσα τις σφαγές. Μαζί με τους τσέτες και κάτοικοι τουρκικής καταγωγής εκτελούν συμπολίτες τους Έλληνες και Αρμένιους. Ο Horton αναφέρει ” Στην αρχή, οι κύριοι ένοχοι ήταν Τούρκοι πολίτες, κάτοικοι της πόλης. Εγώ ο ίδιος τους είδα οπλισμένους με τουφέκια να παρακολουθούν τα παράθυρα των χριστιανών, έτοιμοι να πυροβολήσουν κάθε κεφάλι που πρόβαλλε…”. Με την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων στην πόλη ο Νουρεντίν εγκαθιστά τουρκική διοίκηση και καλεί όλους τους άντρες 18-45 ετών, που δεν είχαν θανατωθεί να παρουσιαστούν για να οδηγηθούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στο εσωτερικό της Τουρκίας. Το απόγευμα καλεί στο διοικητήριο τον Χρυσόστομο, που είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Αφού τον κατηγόρησε για τη στάση του απέναντι στο τουρκικό έθνος, τον παρέδωσε στον οθωμανικό όχλο και τα τέλος του ήταν μαρτυρικό. Αφού τον έσερναν στους δρόμους και τον κακοποιούσαν, του ξερίζωσαν τα γένια και τον μαχαίρωναν αργά αργά μέχρι να ξεψυχήσει. Το μαρτυρικό του τέλος, τον καθιστά ηγέτη του ελληνισμού της Ιωνίας, που αν και μπορούσε δεν εγκατέλειψε τον βασανισμένο λαό της Μικράς Ασίας.
                       Ωστόσο, τα βασανιστήρια και οι διωγμοί από την πλευρά των Τούρκων δεν σταματούν εδώ. Την 31η Αυγούστου, ξεσπά πυρκαγιά στην αρμενική και ελληνική συνοικία της Σμύρνης. Οι Κεμαλικοί επεδίωκαν να απαλείψουν καθετί ελληνικό από την πόλη. Αναφέρει ο Horton στη “Μάστιγα της Ασίας”: “Οι στρατιώτες του Μουσταφά Κεμάλ άναψαν το δαυλό στην καταδικασμένη πολιτεία και την πυρπόλησαν με συστηματικό τρόπο, με στόχο να εξαλείψουν τη χριστιανοσύνη από τη Μικρά Ασία και να κάνουν αδύνατη οποιαδήποτε μελλοντική επιστροφή των χριστιανών προσφύγων”. Επιπλέον, Αμερικανοί υπήκοοι, ανέφεραν ότι είδαν Τούρκους στρατιώτες με δοχεία βενζίνης και εκρηκτικούς μηχανισμούς ανά χείρας στην ελληνική συνοικία. Δεν ήταν τυχαίο , ότι την ημέρα που ξέσπασαν οι φωτιές στην πόλη, ο αέρας φυσούσε αντίθετα από την τουρκική και εβραϊκή συνοικία. Η πυρκαγιά σταμάτησε στις 4 Σεπτεμβρίου, και τις μέρες που διήρκεσε χάθηκαν 25.000 Έλληνες. Ενώ από τις 27 Αυγούστου που οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη μέχρι τη λήξη της πυρκαγιάς, οι νεκροί υπολογίζονται παραπάνω από 100.000, επιπλέον αποτεφρώθηκαν 55.000 σπίτια και όλοι ανεξαιρέτως οι ορθόδοξοι ναοί. Η στάση των συμμάχων και πολιτισμένων Ευρωπαίων που υπηρετούσαν στη Σμύρνη χαρακτηρίζεται από εξοργιστική απάθεια με ελάχιστες εξαιρέσεις. Μία από αυτές ήταν ο Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, ο φιλέλληνας George Horton, που βοήθησε σημαντικό αριθμό χριστιανών προσφύγων να ξεφύγουν από το μένος των φανατισμένων μουσουλμάνων. Μπροστά στην ανελέητη σφαγή των Τούρκων και στη συμπεριφορά των Δυτικών απέναντι στον Ελληνοαρμενικό πληθυσμό έγραψε προσβεβλημένος: “… οι Τούρκοι δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή τις ληστείες και τους βιασμούς. Ακόμα και ο βιασμός μπορεί να γίνει κατανοητός ως παρόρμηση της φύσης, που είναι ίσως ακαταμάχητη όταν τα πάθη ξετρελαίνουν έναν λαό χαμηλού πνευματικού επιπέδου και κατώτερου πολιτισμού. Όμως, η επανειλημμένη απογύμνωση γυναικών και κοριτσιών δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε θρησκευτική μανία ούτε σε κτηνώδη πάθη. Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου από τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής γιατί ανήκα στο ανθρώπινο γένος…οι Τούρκοι ήταν ελεύθεροι να κορέσουν το φυλετικό και θρησκευτικό τους πάθος για σφαγή, βιασμό και πλιάτσικο σε απόσταση βολής λίθου από τα συμμαχικά και αμερικανικά πολεμικά πλοία”