ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Η φωνή της Ελλάδος στη δίκη της Νυρεμβέργης, εξ ονόματος των ΕΟΕΑ ~ Β’ μέρος

 

   Η κατάθεση του Κώστα Τριανταφυλλίδη στη δίκη της Νυρεμβέργης, όπως παρουσιάστηκε μέσα από τα φύλλα της εφημερίδας Εθνική Φλόγα, τον Σεπτέμβρη του 1947. Για πρώτη φορά παρουσιάζουμε τα πρακτικά για την απογευματινή συνεδρίαση της 16ης Αυγούστου 1947, όπως τα παρέθεσε αναλυτικά η εν λόγω εβδομαδιαία εφημερίδα στη σελίδα 4, στο φύλλο της 22 Σεπτεμβρίου 1947. Το απόσπασμα που παρουσιάζουμε, αποτελεί ντοκουμέντο για τις απόπειρες του Λάνς για “συννενόηση” με τον Ναπολέοντα Ζέρβα, όπως κατατέθηκε στα επίσημα πρακτικά της δίκης. Τηρήθηκε ακριβώς η ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου. Συνέχεια από το α΄μέρος .

   ΤΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ.
  ΣΑΟΥΤΕΡ: Δεν ζήτησα πρόσθετες πληροφορίες. Θέλω να ξεκαθαρίσω ένα ζήτημα. Επιμένω ότι ο Στρατηγός Λάντζ πρότεινε στο Στρατηγό Ζέρβα να σταματήσουν οι εχθροπραξίες μεταξύ γερμανικών δυνάμεων και Εθνικών Ομάδων για να μη υποστή συμφορές συνεπεία επιχειρήσεων και μαχών ο άμαχος πληθυσμός. Και σας ερωτώ, κύριε μάρτυς: Ήταν η δεν ήταν αυτή η πρόταση του Στρατηγού Λάντζ;
    ΑΠ. (σε ειρωνικό τόνο): Ασφαλώς αυτή ήταν. Και για να νοιώση ο Ζέρβας πόσο αγαθές ήταν οι διαθέσεις του Λάντζ έναντι του αμάχου πληθυσμού, καθώς ξεκινούσε η πρεσβεία από τα Γιάννενα, τα παλληκάρια του 22ου Σώματος Στρατού επέδραμαν στις 5 Οκτωβρίου στους Λιγγιάδες όπου και σφάξανε γέρους, γυναίκες και παιδιά. Έτσι οι γερμανικές προτάσεις αποκτούσαν μεγαλύτερο κύρος και σοβαρότητα.
   ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι διαπραγματεύσεις που έλαβον χώραν στους Σκιαδάδες. Και σας ερωτώ: Είναι αληθές ότι ο Στρατηγός Ζέρβας δήλωσε τότε ότι, κατ΄αρχήν, συμφωνεί με ό,τι του προτείνει ο Στρατηγός Λάντζ; Θα ήθελα επίσης να προσθέσω και κάτι άλλο: Είναι επίσης αληθές ότι ο Στρατηγός Ζέρβας ζήτησε ως αντάλλαγμα όπλα και πυρομαχικά για να πολεμήση τους κομμουνιστές;
   ΑΠ. (σε οργισμένο τόνο): Αυτά ήταν οι ευσεβείς σας πόθοι. Αυτές ήταν οι προτάσεις που θα θέλατε ασφαλώς να κάμετε εσείς. Αυτή ήταν η πολιτική σας σε όλες τις κατεχόμενες χώρες. Με τέτοια τεχνάσματα προσπαθούσατε να εκθέσετε στη συνείδηση των λαών τους πραγματικά επικίνδυνους αντιπάλους σας. Και παράλληλα φροντίζατε να τροφοδοτείτε με κάτι τέτοια την κομμουνιστική προπαγάνδα, όπως δε διστάζατε να τους εφοδιάζετε και με όπλα – τους κομμουνιστές – για να πλήξετε τους πολεμιστές που φοβόσασταν.
    ΕΡ.: Ώστε ο Ζέρβας δεν έθεσε τέτοιον όρο;
    ΑΠ.: Σε ποιόν θα τον έθετε; Στον Μπίκελ ή στον Πρωτοσύγγελο; Και όλα αυτά παρουσία των Βρεταννών αξιωματικών; Του αρχηγού της αποστολής Τόμ Μπάρνες και του Θέμη Μαρίνου;

    ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, νομίζω ότι στις διαπραγματεύσεις δεν ήταν παρόντες οι Βρεταννοί αξιωματικοί. Σεις επιμένετε στον ισχυρισμό σας πως οι Βρεταννοί αξιωματικοί παρευρίσκονταν στις συνεννοήσεις αυτές;
ΦΕΝΣΤΕΡΜΑΧΕΡ: Διαμαρτύρομαι κ. Πρόεδρε. Ο δόκτωρ Σάουτερ λογομαχεί με τον μάρτυρα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΒΕΝΝΕΡΣΤΟΥΜ: Η ένσταση απορρίπτεται.
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ: Έχω στη διάθεση του κ. Συνηγόρου τα κείμενα και τους αριθμούς των σχετικών τηλεγραφημάτων προς το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής.
ΣΑΟΥΤΕΡ: Κύριε μάρτυς, δε μιλούμε για αριθμούς ή τηλεγραφήματα τώρα. Υποστηρίζετε ότι τότε, Βρεταννοί αξιωματικοί ήταν παρόντες στις διαπραγματεύσεις και σας ερώτησα.
ΑΠ.: Οι Βρεταννοί αξιωματικοί που παρευρέθηκαν στις συνομιλίες με τους απεσταλμένους του Λάντζ ήταν ακριβώς εκείνοι που είχαν στείλει τα τηλεγραφήματα που ανέφερα. Καταλαβαίνω βέβαια πως δεν συμφέρει στον κ. συνήγορο ν΄αναφέρω τα τηλεγραφήματα αυτά.
ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, έχετε υπ΄όψη σας ότι στις αρχές Οκτωβρίου ύστερα από αίτηση του Στρατηγού Ζέρβα, έλαβε χώραν μιά συζήτηση, η ώρα δέκα το πρωί, σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων από τα Ιωάννινα, σε κάποιο χωριό που λέγεται Ελληνικό; Τι γνωρίζετε γι΄αυτή τη συνάντηση;
ΑΠ.: Ποιοί ήσαν παρόντες εκεί κύριε συνήγορε;
ΕΡ.: Ο Στρατηγός Ζέρβας επρόκειτο να έρθη. Είχε υποσχεθή να παραστή αυτοπροσώπως.
ΑΠ.: Σαν μπερδεμένα μας τα λέει ο κ. Συνήγορος. Δε νομίζει πως θα ήταν προτιμότερο να διευκρινίσουμε κάπως το ζήτημα; Ο Στρατηγός Ζέρβας επρόκειτο να έρθη, είχε υποσχεθή να έρθη, ήρθε ή δεν ήρθε; Τι έγινε απ΄όλα αυτά; Όταν ισχυριζόμαστε τέτοια πράγματα, πρέπει να είμαστε σαφείς.
ΕΡ.: Είπα πως ο Στρατηγός Ζέρβας είχε υποσχεθή να παραστή σ΄αυτή τη συνάντηση αυτοπροσώπως. Αντ΄αυτού όμως παρουσιάστηκε ένας αξιωματικός, ένας λοχαγός, που προσπάθησε να δικαιολογήση το Στρατηγό Ζέρβα και δήλωσε πως ήταν εξουσιοδοτημένος απ΄αυτόν να διεξαγάγη τις διαπραγματεύσεις. Μιά στιγμή, κύριε μάρτυς. Εν συνεχεία, αντί του Στρατηγού Λάντζ προσήλθε ο συνταγματάρχης Ντίτλ, επιτελάρχης του Στρατηγού Λάντζ.
ΑΠ.: Όλοι μέσα σ΄αυτή την αίθουσα θα θυμούνται ότι, απαντώντας στα ερωτήματα της κατηγορούσης αρχής ιστόρησα πως οι Γερμανοί ενήργησαν την τρίτη απόπειρά τους για ν΄αρχίσουν διαπραγματεύσεις με το Ζέρβα μεταξύ 11ης και 13ης Οκτωβρίου 1943. Εξέθεσα λεπτομερώς πως άφησαν να διαφανούν ωρισμένες ενδείξεις ότι είχαν ίσως κατά νού να παραδοθούν ή να φύγουν από την Ελλάδα. Μεταξύ άλλων προετείνανε στο Στρατηγό Ζέρβα να υποδείξη αυτός τον τόπο συναντήσεως για σχετικές συνεννοήσεις.
ΕΡ.: Μάλιστα. Και ο Στρατηγός Ζέρβας υπέδειξε τον τόπο συναντήσεως.
ΑΠ.: Αυτά τα λέτε εσείς, κ. συνήγορε. Στην πραγματικότητα, ο Ζέρβας ανέφερε αμέσως το γεγονός στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Και έχουμε εδώ ως απόδειξη το τηλεγράφημα που έστειλε ο Τόμ Μπάρνες καθώς και την απάντηση του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, που απαγορεύει κάθε διαπραγμάτευση με τους Γερμανούς, γιατί – όπως τονίζει το σχετικό ραδιογράφημα – η όλη προσπάθεια του Λάντζ δεν μπορούσε παρά ένα από τα γνωστά εκείνα γερμανικά τεχνάσματα. Προφανέστατα λοιπόν, όταν ο κ. συνήγορος μιλάει για τη μυθιστορηματική αυτή συνάντηση του Ελληνικού θα εννοεί τη μετάβαση εκεί του κομιστή της απαντήσεως του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής και της προειδοποιήσεως των Συμμάχων ότι ο Λάντζ και οι διοικητές των γερμανικών Μονάδων ήταν προσωπικώς υπεύθυνοι για κάθε έγκλημα διαπραττόμενο εις βάρος του αμάχου πληθυσμού της Ηπείρου.
ΕΡ.: Έχετε μήπως υπ΄όψη σας, κύριε μάρτυς, πως ο αξιωματικός που ανέφερα πήγε και στα Γιάννενα, όπου έλαβε μίαν επιστολή την οποίαν έδωκε ιδιοχείρως στο Στρατηγό Ζέρβα;
ΑΠ.: Η επιστολή αυτή από ποιόν είχε γραφή; Από το Στρατηγό Λάντζ;
ΕΡ.: Μάλιστα. Από τον Στρατηγό Λάντζ προς τον Στρατηγό Ζέρβα.
ΑΠ.: Δεν άκουσα ποτέ να γίνεται λόγος για τέτοιαν επιστολή, πράγμα που πιστέψτε με θα ήταν πολύ περίεργο αν πράγματι είχε γραφή η επιστολή αυτή. Άλλως τε, πως ο κ. συνήγορος ξέρει με ποιόν τρόπο επιδόθηκε το γράμμα; Ήταν εκεί στο Αρχηγείο του Ζέρβα;
ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, ξέρεται ότι και ο Ζέρβας έγραψε προσωπικώς στο Στρατηγό Λάντζ αναφορικά με τις συζητήσεις αυτές;
ΑΠ.: Όχι, και ο καλύτερος τρόπος να μου το αποδείξετε είναι να μου δείξετε το γράμμα αυτό.
ΕΡ.: Πόσες απόπειρες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς σας, έκαμε ο Στρατηγός Λάντζ για να επιτύχη ανακωχή με τις Εθνικές Ομάδες;
ΑΠ.: Μετά τις τρείς απόπειρες του Οκτωβρίου, τις οποίες ακολούθησε η λυσσασμένη επίθεση των Γερμανών εναντίον των Εθνικών Ομάδων στα Τζουμέρκα, ο Στρατηγός Λάντζ δεν επανέλαβε τις κρούσεις του παρά μόνο τον Ιούλιο του 1944. Αυτή τη φορά όμως ο τόνος ήταν ολότελα διαφορετικός. Οι προτάσεις του μιλούσαν για συγκλονιστικά γεγονότα που επρόκειτο να συμβούν στην Γερμανία. Τέλος, τον Άυγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1944, είχαμε πραγματικές διαπραγματεύσεις για παράδοση του 22ου Σώματος.
ΕΡ.: Μάρτυς, γνωρίζετε ότι ο λοχαγός Σαράντης και ο λοχαγός Μιχαλάκης σ΄όλο το διάστημα του φθινοπώρου του 1943 και μέχρι του φθινοπώρου του 1944 συζήτησαν επανειλημμένως πάνω σε διάφορα θέματα με το Επιτελείο του Στρατηγού Λάντζ;
ΑΠ.: Και τα δύο πρόσωπα που αναφέρατε εκτελούσαν ειδική υπηρεσία. Αποστολή τους ήταν να συγκεντρώνουν πληροφορίες και να ενεργούν κατά τον επιβλαβέστερο δυνατό τρόπο εις βάρος των Γερμανών.
ΕΡ.: Αν κατάλαβα καλά, υποστηρίζετε ότι οι δύο αυτοί απεσταλμένοι του Στρατηγού Ζέρβα ήταν στην πραγματικότητα κατάσκοποι στην υπηρεσία του Στρατηγού Ζέρβα. Αυτό εννοείτε;
ΑΠ.: Δεν ήταν απεσταλμένοι του Στρατηγού Ζέρβα.
ΕΡ.: Τότε ποιός τους είχε στείλει;
ΑΠ.: Δε νομίζω ότι ο κ. συνήγορος εξυπηρετείται παίζοντας με τις λέξεις. Ο Στρατηγός Ζέρβας δεν είπε ποτέ σε κανένα να παή να επισκεφθή τον Λάντζ. Τα δύο πρόσωπα που αναφέρετε, εκτελούσαν το καθήκον τους ως μυστικοί πράκτορες. Κύρια αποστολή τους είχαν να εξαγοράζουν Γερμανούς αξιωματικούς και να τους αποσπούν πληροφορίες. Χάρη στη δράση των προσώπων αυτών το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής είχε, επίπ παραδείγματι ολόκληρους μήνες πριν οι Γερμανοί πριν οι Γερμανοί χρησιμοποιήσουν την ιπτάμενη βόμβα πλήρη περιγραφή του μυστικού όπλου. Επίσης, η καταστροφή των αεροδρομίων της Μακεδονίας από τη ΡΑΦ κατέστη δυνατή χάρη σε σχέδια που μας έφερε ο Μιχαλάκης. Τώρα πως εκτελούσαν οι δύο πράκτορες το καθήκον τους τούτο ήταν δική τους δουλειά.
ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, μπορείτε να καταθέσετε ενόρκως ότι ο Στρατηγός Ζέρβας αγνοούσε πως ενεργούσαν οι άνθρωποι αυτοί; Ενόρκως, είπα.
ΦΕΝΣΤΕΡΜΑΧΕΡ (Εισαγγελεύς): Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι εντόνως κατά της υπερασπίσεως. Η επιμονή του δόκτορος Σάουτερ να υπενθυμίζη στο μάρτυρα ό,τι καταθέτει ενόρκως αποτελεί κακόβουλο υπαινιγμό.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΒΕΝΝΕΡΣΤΡΟΥΜ: Νομίζω ό,τι πράγματι ο κ. συνήγορος θα έκανε καλά να λάβη υπ΄όψη του την παρατήρηση αυτή. Ο μάρτυς έχει επίγνωση ό,τι καταθέτει ενόρκως. Συνεπώς δόκτωρ Σάουτερ, θα μας υποχρεώσετε αν στο εξής αποφύγετε την υπόμνηση αυτή.
ΣΑΟΥΤΕΡ: Κύριε μάρτυς, σας παρακαλώ ν΄απαντήσετε στο ερώτημά μου. Υποστηρίζετε ότι ο Στρατηγός Ζέρβας δεν είχε γνώση της δράσεως των δύο προσώπων που ανέφερα και ότι δεν τους είχε διατάξει να δράσουν μ΄αυτόν τον τρόπο;
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ: Εδήλωσα σαφέστατα πως τα δύο αυτά πρόσωπα εκτελούσαν ειδική υπηρεσία. Δουλειά δική τους ήταν να χαράσσουν αναλόγως των περιστάσεων γραμμή ενεργείας μέσα στα πλαίσια πάντοτε της ελληνικής τιμής. Ο κ. συνήγορος υποκρίνεται πως αγνοεί τι σημαίνει ειδική υπηρεσία. Σαν Γερμανός ωστόσο θα έπρεπε να ξέρη τι σημασία έχει κατά τη διεξαγωγή ενός πολέμου η συγκέντρωση πληροφοριών. Αν έλεγα στον κ. συνήγορο τί πληροφορίες και πόσο πολύτιμα στοιχεία μας παρείχαν συχνά Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες, ακόμη και μέσα από το Επιτελείο του Στρατηγού Λάντζ. Θέλει να του αναφέρω ονόματα; Ο Στρατηγός Λάντζ θα τα θυμηθή αμέσως.
ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, σας ερωτώ αν ο Στρατηγός Ζέρβας είχε γνώση της δράσεως των δύο αυτών προσώπων.
ΑΠ.: Μα είναι σοβαρό ερώτημα αυτό; Ασφαλώς ο Στρατηγός Ζέρβας ήξερε τί έκαναν οι άνθρωποι αυτοί, αφού του έστελναν τακτικά πληροφορίες για τις κινήσεις και τα σχέδια του εχθρού.
  Συνεχίζεται…

Για τη δράση του πράκτορα, λοχαγού Αστέριου Μιχαλάκη δείτε εδώ

 

                                                                           

Έντυ Μάγιερς: "Η εκστρατεία του ΕΛΑΣ κατά των ΕΟΕΑ και αι ταυτόχρονοι επιχειρήσεις των Γερμανών"

    Η παρούσα ανάρτηση παρουσιάζει μέρος της έκθεσης του αρχηγού της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής, Έντυ Μάγιερς, για τη δράση του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, όπως καταχωρήθηκε στα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού. Σχετικά με τον ΕΛΑΣ, ο Μάγιερς αναφέρει ότι η δράση του δεν αποσκοπούσε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα αλλά στη μεταπολεμική επικράτησή του. Σχετικά με τον ΕΔΕΣ, αναφέρει τη μέγιστη συμβολή του τόσο στον Γοργοπόταμο αλλά και την περίοδο 1943-1944. Εστιάζει στην επιχείρηση Animals, το καλοκαίρι του ’43 και εξάρει τη δράση των ομάδων του Ζέρβα έναντι της ιταλικής Μεραρχίας Μπρενέρο και της γερμανικής Εντελβάις.
   Ωστόσο, τα φωτοαντίγραφα που παραθέτω αφορούν την περίοδο του Οκτωβρίου 1943, όπου ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Έντυ Μάγιερς ιστορεί τον διμέτωπο πόλεμο που αντιμετώπισαν οι δυνάμεις του Ζέρβα, ενώ είχε προηγηθεί η άρνηση της πρότασης περί ανακωχής των Γερμανών από τον ΕΔΕΣ. Αντιθέτως, η VIII Μεραρχία του ΕΛΑΣ Ηπείρου έκανε αποδεκτή την ίδια πρόταση (6-20 Οκτωβρίου) και παράλληλα στράφηκε κατά του ΕΔΕΣ. Οι ταυτόχρονες επιθέσεις Γερμανών και ΕΛΑΣ, λίγο έλειψε να διαλύσουν τις δυνάμεις των ΕΟΕΑ. Προκαταβολικά οφείλω να επισημάνω ότι τα φωτοαντίγραφα του φακέλου 956/Γ/3 της ΔΙΣ τα βρήκα στο istoria.forumotion.com
    Ας δούμε την ιστόρηση του Μάγιερς:

Και όμως στην Μικρασιατική εκστρατεία 1919-1922, οι Έλληνες διέπραξαν γενοκτονία κατά των Τούρκων!

Εικόνα σαν κι αυτή φαίνεται πως είναι άγνωστη στον κ. Κωστόπουλο…

   Στην Ελλάδα του 2014 ο καθένας μπορεί να γράφει, να λέει και να δηλώνει ό,τι θέλει! Κάπως έτσι φαίνεται πως σκέφτεται και φέρεται ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τάσος Κωστόπουλος. Σε άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών με τίτλο “Λογοκρισία με “αντιρατσιστικό” πρόσημο”, ο εν λόγω δημοσιογράφος αγωνιά για το αν “ποινοκοποιηθεί” η ιστορική έρευνα, με αφορμή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που πρόκειται να ψηφιστεί. Ουσιαστικά όμως, αγωνιά για το αν συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο “με βίαιη επιβολή η άποψη περί “γενοκτονίας” των Ελληνορθοδόξων Ποντίων και Μικρασιατών”. Εντύπωση προκαλεί ότι ο κ. Κωστόπουλος βάζει εισαγωγικά στη λέξη γενοκτονία, αμφισβητεί δηλαδή για πολλοστή φορά ότι υπήρξε γενοκτονία των Ποντίων και των Μικρασιατών από τους γείτονες Τούρκους.
  Και όχι μόνο αυτό, αλλά προχωρά παραπέρα υποστηρίζοντας ότι κατά την διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας (1919-1922) όχι μόνο δεν υπήρξε γενοκτονία Ελλήνων της Μικράς Ασίας, αλλά οι μόνες βιαιότητες σε βάρος αμάχων ήταν αυτές που προξένησε ο Ελληνικός στρατός στο ντόπιο τουρκικό πληθυσμό. Γράφει επί λέξη: “Στην περίπτωση της Μικρασίας, οι μόνες βιαιότητες σε βάρος αμάχων που έχουν διεθνή νομική αναγνώριση είναι όχι η «γενοκτονία» τής εκεί ελληνικής μειονότητας αλλά, αντίθετα, τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα σε βάρος του ντόπιου τουρκικού πληθυσμού. Η Συνθήκη της Λοζάνης του 1923, το νομικό δηλαδή κείμενο που έχει αναγορευτεί σε ακρογωνιαίο λίθο της εθνικής επιχειρηματολογίας, περιέχει ειδικό άρθρο (§59) όπου η Ελλάδα αναγνωρίζει την ενοχή της για «πράξεις του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως αντιθέτους προς τους νόμους του πολέμου» και την υποχρέωσή της να καταβάλει αποζημιώσεις στην Τουρκία, τις οποίες όμως η τελευταία αποποιείται «λαμβάνουσα υπ’ όψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος». Περί γενοκτονίας -ή έστω σφαγών- του ελληνικού πληθυσμού, στη συνθήκη που επισφράγισε τους ελληνοτουρκικούς πολέμους του εικοστού αιώνα, δεν υπάρχει ούτε λέξη”. Μάλιστα, πιο κάτω συνεχίζει να αμφισβητεί τις γενοκτονίες Ποντίων και Μικρασιατών χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις της Ελληνικής Βουλής με τις οποίες αναγνωρίστηκαν οι εν λόγω γενοκτονίες σαν “κείμενα σκοπιμότητας και όχι ιστορικής έρευνας”!
   Μετά από όλα αυτά, αισθάνομαι την ανάγκη να δώσω μια συνοπτική απάντηση στις παραπάνω απόψεις. Συγκεκριμένα, στην άποψη ότι οι μόνες βιαιότητες που έλαβαν χώρα στη Σμύρνη ήταν αυτές του Ελληνικού στρατού και μόνο, φτάνει να αντιπαραθέσει κανείς το βιβλίο του Αμερικανού Πρόξενου της Σμύρνης, Τζόρτζ Χόρτον, η Μάστιγα της Ασίας. Στο κεφάλαιο “Λεπτομέρειες που έγιναν γνωστές μετά την τραγωδία”, ο Χόρτον αναφέρει πληροφορίες που του εκμυστηρεύθηκαν όχι Έλληνες ή Αρμένιοι, αλλά Αμερικανοί και Ολλανδοί. Αναφέρει λοιπόν σφαγές, πυρπολήσεις αθώων αμάχων και βιασμούς γυναικών: “Αμερικανοί και άλλοι που ήταν στη Σμύρνη μου αφηγήθηκαν πολλές φορές το περιστατικό του ολοκαυτώματος μιας ομάδας κατοίκων της πόλης, ανδρών, γυναικών και παιδιών, που είχαν μαζευτεί πάνω σε μια μαούνα αραγμένη στο λιμάνι και σε πολύ μικρή απόσταση από την προβλήτα, με την ελπίδα ότι κάποια συμμαχική ή αμερικανική ατμάκατος θα τους ρυμουλκούσε σε κάποιο πλοίο και θα τους έσωζε. Οι Τούρκοι τους πέταξαν πετρέλαιο και τους έκοψαν ζωντανούς (σελ 156, έκδοση ΔΟΛ)”. Και συνεχίζει πιο κάτω “Διηγούνται ιστορίες φρίκης για την απανθράκωση αρρώστων στα νοσοκομεία και παιδιών στα σχολεία. […] Ένα από τα κυριότερα εγκλήματα που διαπράχτηκαν κατά τη διάρκεια της τραγωδίας ήταν ο μαζικός βιασμός γυναικών και κοριτσιών (σελ 157)”. Επομένως είναι τουλάχιστον ατυχής η άποψη του κ. Κωστόπουλου πως “οι μόνες βιαιότητες αμάχων ήταν τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα σε βάρος του ντόπιου τουρκικού πληθυσμού”.
    Τελειώνοντας, σχετικά με το αν υπήρξε ή όχι γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δε νομίζω ότι χρειάζεται απάντηση. Παρόλ΄αυτά, ξένες εφημερίδες της εποχής ανέφεραν τις τρομακτικές απώλειες όχι μόνο Ελλήνων αλλά και Αρμενίων. Το πρακτορείο Reuturs, την 18η Σεπτεμβρίου 1922, σε ανταπόκρισή του ανέφερε: “Από τις περιγραφές που έχουμε, δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ακριβής αριθμός θυμάτων, αλλά υπάρχει φόβος ότι οπωσδήποτε υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες”.  Ο Χόρτον μάλιστα γράφει: “Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλές χιλιάδες από τους ανυπεράσπιστους άμαχους της Σμύρνης και της γύρω περιοχής δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους. Στον αριθμό εκείνων που σκοτώθηκαν τις μέρες της σφαγής, θα πρέπει να προστεθούν οι εκτοπισμένοι Έλληνες που χάθηκαν, αυτοί που κάηκαν στην πυρκαγιά ή σκοτώθηκαν από τους τοίχους που έπεφταν, αυτοί που χάθηκαν στην προκυμαία και όλοι όσοι υπέκυψαν αργότερα από τις στερήσεις, τα τραύματα ή τη θλίψη (σελ 167)”. Στη τελευταία κατηγορία – σ΄αυτούς δηλ. που υπέκυψαν από τις στερήσεις κλπ – ανήκουν και όσοι συμμετείχαν καταναγκαστικά στα τάγματα εργασίας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τάγματα γενοκτονίας όσων στέλνονταν σ΄αυτά. Δώδεκα ώρες την ημέρα, αλυσοδεμένοι να σπάνε πέτρες,  με αποφάγια για τροφή. Εμπνευστής του σχεδίου ο Γερμανός Στρατηγός Φον Σάντερς. Μάλιστα ο Σάντερς ενημέρωνε τους Τούρκους: “Σας διαβεβαιώνω ότι οι παγωνιές και το κρύο του χειμώνα, οι βροχές και η μεγάλη υγρασία, ο ήλιος και η τρομερή ζέστη του καλοκαιριού, οι αρρώστιες του εξανθηματικού τύφου και της χολέρας, οι κακουχίες και η ασιτία θα φέρουν το ίδιο αποτέλεσμα που λογαριάζετε εσείς με το δικό σας σχέδιο, δηλαδή να τους ξεκαθαρίσετε με σφαγές. Με το σύστημα που σας προτείνω ο θάνατός τους είναι βέβαιος. Αλλά πριν πεθάνουν θα μας προσφέρουν τις πολύτιμες για το έθνος υπηρεσίες τους. Επιπλέον, οι γυναίκες τους δε θα γεννούν, κι έτσι θα λυθεί το δημογραφικό σας πρόβλημα, ενώ η μισητή κι άτιμη αυτή ράτσα θα ξεκληριστεί και θα χαθεί για πάντα σε μια γενιά, κι εσείς θ΄αποκτήσετε μια συμπαγή τουρκική ομοιογένεια που θα δώσει στο έθνος σας νέα δύναμη. Και μην ξεχνάτε βέβαια τις περιουσίες και τα κτήματα που θ΄αφήσουν οι “Γιουνάν” μετά το χαμό τους, που θα περάσουν στο Δημόσιο, δηλαδή σε σας όλους…”.  Αν όλα αυτά δεν αποδεικνύουν γενοκτονία τότε τι αποδεικνύουν κ. Κωστόπουλε;    
  

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Η φωνή της Ελλάδος στη δίκη της Νυρεμβέργης, εξ ονόματος των ΕΟΕΑ ~ Ά μέρος

     Η κατάθεση του Κώστα Τριανταφυλλίδη στη δίκη της Νυρεμβέργης, όπως παρουσιάστηκε μέσα από τα φύλλα της εφημερίδας Εθνική Φλόγα, τον Σεπτέμβρη του 1947. Για πρώτη φορά παρουσιάζουμε τα πρακτικά για την απογευματινή συνεδρίαση της 16ης Αυγούστου 1947, όπως τα παρέθεσε αναλυτικά η εν λόγω εβδομαδιαία εφημερίδα στη σελίδα 4, στο φύλλο της 22 Σεπτεμβρίου 1947. Το απόσπασμα που παρουσιάζουμε, αποτελεί ντοκουμέντο για τις απόπειρες του Λάνς για “συννενόηση” με τον Ναπολέοντα Ζέρβα, όπως κατατέθηκε στα επίσημα πρακτικά της δίκης. Τηρήθηκε ακριβώς η ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1947 
      
      Στις 13.30′ οι δικαστές καταλαμβάνουν πάλι την έδρα.
      ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μπορείτε να συνεχίσετε, δόκτωρ Σάουτερ.
    ΣΑΟΥΤΕΡ: Μάρτυς, επιθυμώ να σας υποβάλω μερικά ακόμη ερωτήματα. Σας παρακαλώ να έχετε πάντοτε υπ’όψη σας ότι καταθέτετε ενόρκως. Μάρτυς μας είπατε πως οι στρατιώτες σας είχαν διαταγεί να συμμορφώνωνται αυστηρώς προς τις διατάξεις και τους κανόνες του Διεθνούς Νόμου;
      ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ: Μάλιστα.
      ΕΡ.: Γνωρίζετε τ΄όνομα του Ελβετού αντιπροσώπου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ήπειρο την εποχή όπου διοικητής των εκεί Γερμανικών δυνάμεων ήταν ο Στρατηγός Λάντζ;
      ΑΠ.: Μάλιστα. Λεγόταν Χανς Μπίκελ.
     ΕΡ.: Μπίκελ, ο Ελβετός Μπίκελ. Κύριε Μάρτυς, έχετε υπ΄όψη σας ότι το Φεβρουάριο του 1944 μια εφοδιοπομπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, υπό την ηγεσία του ίδιου αυτού Μπίκελ, Ελβετού πολίτη υπέστη επίθεση από ανταρτική δύναμη και ότι η εφοδιοπομπή αυτή λεηλατήθηκε εντελώς;
      ΑΠ.: Όχι.
     ΕΡ.: Γνωρίζετε από ό,τι σας είχε πή ο Στρατηγός Ζέρβας ή έχετε μάθει κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο ότι ο Ελβετός υπήκοος Μπίκελ καθώς επίσης και ο Στρατηγός Λάντζ ανέφεραν το γεγονός αυτό στο Στρατηγό Ζέρβα;
    ΑΠ.: Όχι. Πάντως αν υπονοήτε πως άνδρες του Ζέρβα, μπορεί ποτέ να λήστεψαν εφόδια του Ερυθρού Σταυρού προοριζόμενα για τον πληθυσμό, σας πληροφορώ ότι τέτοιο πράγμα δε συνέβη ποτέ.
      ΕΡ.: Κύριε μάρτυς είπατε σήμερα το πρωί πως οι αξιωματικοί του Ζέρβα ήταν ευρύτατα υπεύθυνοι για τις ενέργειες και πράξεις των ανδρών τους.
      ΑΠ.: Μάλιστα. Όπως συμβαίνει σε κάθε καλώς οργανωμένο στρατό.
     ΕΡ.: Σχετικώς αναφέρατε, μάλιστα, την περίπτωση δύο στρατιωτών σας που καταδικάστηκαν σε θάνατο επειδή είχαν κακομεταχειριστή αιχμαλώτους.
      ΑΠ.: Μάλιστα.
  ΕΡ.: Θα ήθελα να μάθω αν επιβάλατε κυρώσεις και στους αξιωματικούς των τμημάτων στα οποία ανήκαν οι στρατιώτες που καταδικάστηκαν.
    ΑΠ.: Μολονότι εξακριβώθηκε ότι οι αξιωματικοί αυτοί είχαν δώσει αυστηρές εντολές στους στρατιώτες τους αναφορικά με την συμπεριφορά προς τους αιχμαλώτους και ότι συνεπώς το αδίκημα δεν μπορούσε να αποδοθή σε αμέλεια των ανωτέρων οι αξιωματικοί τιμωρήθηκαν.
       ΕΡ.: Πόσοι αξιωματικοί τιμωρήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση;
     ΑΠ.: Οι δύο αξιωματικοί στη διοίκηση των οποίων υπάγονταν αμέσως οι δύο στρατιώτες που είχαν εγκληματήσει.
       ΕΡ.: Τι τμωρία τους επιβλήθηκε;
       ΑΠ.: Τους αφαιρέθηκε η διοίκηση των τμημάτων τους.
      ΕΡ.: Και ποιός παρακαλώ ήταν ο πραγματικός λόγος που τιμωρήθηκαν οι αξιωματικοί αυτοί; Είχαν λάβει μέρος στην κακομεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου ή απλώς είχαν παρακολουθήσει τη σκηνή;
   ΑΠ.: Αν είχαν λάβει μέρος στην κακομεταχείριση ή αν είχαν παρακολουθήσει τη σκηνή, θα καταδικάζονταν σε θάνατο αυτοί και όχι οι στρατιώτες. Το φταίξιμό τους ήταν ότι είχαν φανή ανίκανοι να εμπνεύσουν στους άνδρες τους το πνεύμα της Ελληνικής στρατιωτικής πειθαρχίας και τον απόλυτο σεβασμό προς τους νόμους του πολέμου.
     ΕΡ.: Κύριε Μάρτυς, γνωρίζετε πότε ο Στρατηγός Χούμπερτ Λάντζ ήρθε στην Ήπειρο;
     ΑΠ.: Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας της εποχής εκείνης τον Αύγουστο του 1943.
     ΕΡ.: Ποιά ήταν η δύναμη των Εθνικών Ομάδων την εποχή εκείνη, πόσους άνδρες είχε υπό τα όπλα η Οργάνωσή σας;
     ΑΠ.: Δέκα περίπου χιλιάδες άνδρες στην Ήπειρο μόνο.
     ΕΡ.: Δέκα περίπου χιλιάδες στην Ήπειρο είπατε. Μπορείτε τώρα να μας πήτε ποιά περίπου είναι η έκταση της Ηπείρου; Κατά προσέγγιση;
     ΑΠ.: Δέκα ή δώδεκα χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα. Υπάρχει μιά διαφορά μεταξύ γεωγραφικού και διοικητικού χώρου.
    ΕΡ.: Μπορείτε να μας πληροφορήσετε τώρα τι δυνάμεις, κατά τους υπολογισμούς σας πάντοτε, διέθετε την εποχή εκείνη ο Στρατηγός Λάντζ;
     ΑΠ.: Κατά την πρώτη περίοδο ευθύς μόλις εμφανίστηκαν οι Γερμανοί στην Ήπειρο, τον Ιούνιο και Ιούλιο δηλαδή του 1943 υπολογίζαμε πως η δύναμη που είχαν ρίξει εναντίον μας αριθμούσε τέσσαρες ή πέντε χιλιάδες άνδρες. Αργότερα λίγο αργότερα δηλαδή, τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1943 η δύναμη αυτή έφτασε τις 10.000.
    ΕΡ.: Τί θα λέγατε αν σας πληροφορούσα ότι την εποχή εκείνη, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο δηλαδή, ο Στρατηγός Λάντζ διέθετε δύναμη μεταξύ 30.000 και 40.000 ανδρών;
      ΑΠ.: Πού αυτό;
      ΕΡ.: Στην Ήπειρο φυσικά, γιατί δέ μιλούμε για την Αμερική. Μιλούμε για την Ήπειρο.
      ΑΠ.: Βεβαίως μιλούμε για την Ήπειρο. Είχα όμως την εντύπωση πως θέλατε να μάθετε τί δύναμη κατά τους υπολογισμούς μας διέθετε ο Στρατηγός Λάντζ. Δεν πρέπει να σας διαφεύγη ότι στο Στρατηγό Λάντζ είχε ανατεθή η κατοχή όχι μόνο της Ηπείρου αλλά και τμήματος της Αλβανίας, των Ιονίων νήσων και της Αιτωλοακαρνανίας. Το Σεπτέμβριο ο Λάντζ υποχρεώθηκε να διεξαγάγη επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακος για να καταλάβη τα νησιά του Ιονίου, την Κεφαλωνιά και την Κέρκυρα. Διεξήγαγε επίσης άλλες επιχειρήσεις επί αλβανικού εδάφους, όπου εμείς δεν είχαμε τμήματα.
    ΕΡ.: Κύριε Μάρτυς, δεν κατάλαβα τι ακριβώς θέλετε να πήτε. Σας ερωτώ αν επί τη βάσει αξιοπίστων και ακριβών πληροφοριών τις οποίες σας διαβίβαζαν οι υπηρεσίες σας νομίζετε ότι είναι πιθανόν την εποχή εκείνη ο Στρατηγός Λάντζ να διέθετε στην ‘Ήπειρο δύναμη τριάντα ως σαράντα χιλιάδων ανδρών. Αυτό είναι το ερώτημά μου και σ΄αυτό θα ήθελα να μου απαντήσετε.
    ΑΠ.: Εκείνο που μας ενδιέφερε ήταν προ παντός η δύναμη των στρατευμάτων που δρούσαν αμέσως εναντίον μας. Οι πράκτορές μας αυτό προσπαθούσαν να μάθουν και οι πληροφορίες τους αναφέρονται κυρίως στις δυνάμεις που αντιμετωπίζαμε.
    ΕΡ.: Κύριε μάρτυς δε θα επιμείνω περισσότερο γιατί όπως φαίνεται, δεν είναι δυνατό να σας αποσπάση κανείς ξεκάθαρη απάντηση πάνω στο σημείο αυτό. Θα σας υποβάλω ένα άλλο ερώτημα.
     ΑΠ.: Οι απαντήσεις μου ήταν σαφέστατες και τούτο ίσως σας ενοχλεί. Σας είπα ότι υπολογίζαμε πως δέκα περίπου χιλιάδες άνδρες ενεργούσαν εναντίον μας στην Ήπειρο το Σεπτέμβριο. Βεβαιότατα γνωρίζαμε πως άλλες σημαντικώτατες γερμανικές δυνάμεις ενεργούσαν με βάση την Ήπειρο, για την κατάληψη των Ιονίων νήσων και τέλος ότι γερμανικά στρατεύματα του 22ου Σώματος διεξήγαγαν επιχειρήσεις προς την Αλβανία. Διοικητής όλων αυτών των δυνάμεων ήταν ο Λάντζ.
      ΕΡ.: Δεν μας ενδιαφέρουν οι επιχειρήσεις αυτές. αλλά ό,τι συνέβη στην Ήπειρο. Μπορώ τώρα να σας υποβάλω ένα άλλο ερώτημα; Κύριε Μάρτυς, μας είπατε σήμερα, απαντώντας σε ερώτημα της κατηγορούσης αρχής πως ο Στρατηγός Λάντζ διεξήγαγε επανειλημμένως διαπραγματεύσεις με το Στρατηγό Ζέρβα.
    ΑΠ.: Δε μίλησα ποτέ για διαπραγματεύσεις. Υπήρξα σαφέστατος στον καθορισμό αυτών των πραγμάτων ακριβώς για να προλάβω κάθε παρεξήγηση ή εκμετάλλευση παλαιών γερμανικών τεχνασμάτων από τους ενδιαφερομένους. Ετόνισα ότι οι προσπάθειες των Γερμανών τις οποίες εσείς τώρα αποκαλείτε διαπραγματεύσεις δεν ήταν παρά απόπειρες του Λάντζ να επιτύχη ό,τι του συνέφερε, δηλαδή μιάν εκεχειρία. Ετόνισα ότι οι απόπειρες αυτές απέτυχαν. Μόνο κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 1944 όταν οι Γερμανοί έφευγαν νικημένοι από την Ήπειρο, έγιναν ορισμένες συνεννοήσεις για την παράδοση του 22ου Σώματος, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν “διαπραγματεύσεις”.
      ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, σας λέγω ότι η πληροφορία αυτή είναι ανακριβής. Και θα επιθυμούσα να μας πήτε αν γνωρίζετε ότι ο Στρατηγός Λάντζ από το Σεπτέμβριο του 1943 μέχρι του φθινοπώρου του 1944 βρίσκοταν σε συνεχείς συνεννοήσεις με το Στρατηγό Ζέρβα διά των αξιωματικών του. Παρακαλώ ν΄απαντήσετε ενόρκως.
      ΑΠ. (σε οργισμένο τόνο): Περιττό να μου υπενθυμίζετε διαρκώς τον όρκο που έδωσα. Στην Ελλάδα μια φορά ορκιζόμαστε και τούτο αρκεί. Πάντως κύριοι δηλώνω ότι ο ισχυρισμός του κ. Συνηγόρου αποτελεί ανέντιμο ψεύδος.
       ΕΡ.: Γνωρίζετε ποιός άρχισε τις διαπραγματεύσεις;
       ΑΠ.: Πόσες φορές λοιπόν θα πρέπει να επαναλάβω τα ίδια πράγματα; Σας είπα ότι τον Οκτώβριο του 1943 ο Στρατηγός Λάντζ έστειλε μιά πρεσβεία στους Σκιαδάδες. Την αποτελούσαν ο Πρωτοσύγγελος Αθανάσιος, εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Ιωαννίνων και διάφοροι πρόκριτοι των Ιωαννίνων, που υπηρετούσαν στον Ερυθρό Σταυρό. Τους συνόδευε ο Ελβετός Μπίκελ. Λίγες μέρες αργότερα έφτασε άλλη πρεσβεία και, συγκεκριμένα, ο Μητροπολίτης Άρτας και ο γιατρός Κομπορρόζος.
        ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, σύμφωνα με ό,τι γνωρίζετε ποιά ήταν η αποστολή αυτών των ανθρώπων, των απεσταλμένων του Λάντζ; Τί ανάφεραν σχετικά με την εντολή που είχαν λάβει στο Στρατηγό Ζέρβα;
     ΑΠ.: Του ανακοίνωσαν εκ μέρους του Λάντζ πως αν οι επιθέσεις των Εθνικών Ομάδων δεν σταματούσαν αμέσως, οι γερμανικές δυνάμεις θα επέβαλαν άγρια αντίποινα κατά του πληθυσμού, του άμαχου πληθυσμού.
        ΕΡ.: Κύριε μάρτυς, μήπως οι πρέσβεις αυτοί προτείνανε κάτι εντελώς διαφορετικό στο Στρατηγό Ζέρβα και για να είμαι σαφέστερος μήπως του προτείνανε εκ μέρους του Λάντζ αμοιβαία ανακωχή. Δηλαδή την υπογραφή ενός συμφώνου για την κατάπαυση των εχθροπραξιών και τούτο για να σταματήσουν τα δεινά του αμάχου πληθυσμού;
     ΦΕΝΣΤΕΡΜΑΧΕΡ (εισαγγελεύς): Κύριε Πρόεδρε, αντιτίθεμαι στο ερώτημα αυτό. Ο μάρτυς έχει ήδη απαντήσει.
       ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΒΕΝΝΕΡΣΤΡΟΥΜ: Η ένσταση απορρίπτεται.
   ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ: Έτσι αρέσει του κ. Συνηγόρου της υπερασπίσεως να μας σερβίρει το πράγμα. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Στην πραγματικότητα τα γεγονότα συνέβησαν όπως ακριβώς τα ιστόρησα. Ο Λάντζ διαμήνυσε τελεσιγραφικώς πως αν οι Ομάδες του Ζέρβα δε σταματήσουν τις επιθέσεις, τις ζημιές των Γερμανών θα τις πλήρωνε ο άμαχος πληθυσμός. Αλλά θα σας δώσω τώρα, κύριε Συνήγορε, πρόσθετες πληροφορίες, τις οποίες δεν έχετε ασφαλώς υπ’ όψη σας. Πληροφορίες που δεν φαντάζομαι να σας ευχαριστήσουν.            
   

                                                                                                                          Συνεχίζεται…
  

Ιωάννης Καποδίστριας το άγος της δολοφονίας του αιτία της κακοδαιμονίας της Ελλάδας;

Του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου
Ιστορικού συνεργάτη


Πολλά έχουν ειπωθεί στην χώρα μας απο το 2010, όπου ήρθε και στην χώρα μας η οικονομική κρίση, για τα αίτια στα οποία οδήγησαν την χώρα μας σε αυτήν την κατάσταση. Πολλοί οικονομικοί ειδικοί – σωτήρες «γεννήθηκαν», νέα κόμματα και πολιτικοί σχηματισμοί δημιουργήθηκαν ή αναδημιουργήθηκαν και κυρίως, πολλοί νέοι φύγανε. Οι κατάσταση όμως που ζούμε οι περισσότεροι χειροτέρεψε. Στην αρχή έφταιγαν οι… τεμπέληδες Έλληνες, στην συνέχεια οι… προδότες πολιτικοί και η Μέρκελ, μετά, ο λαός που κοιμάται, ακολούθησαν όσοι έχουν λεφτά και τα βγάζουν στο εξωτερικό.
Στο παρακάτω κείμενο, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα που πιστεύω πως ταλανίζει πολλούς απο εμάς και είναι ίδιο με αυτό που διατύπωσε πριν δύο περίπου αιώνες ο Χαρόλαος Τρικούπης: «Τις πταίει», με μια ίσως ιδιαίτερη και αιρετική απάντηση.
Κατα την άποψη του γράφοντα, κυριότερη αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας, διαχρονικά, βρίσκεται στον θάνατο του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας του Ιωάννη Καποδίστρια καθώς με την δολοφονία του αλλα και την μετέπειτα πολιτική κατάσταση που επιβλήθηκε στην χώρα, δεν έγινε δυνατό να γεννηθεί μια αστική τάξη και να αναπτυχθεί αστικό κράτος εφάμιλλο με αυτό των άλλων ευρωπαϊκών – δυτικών κρατών.
Στην αρχή, θα γίνει μια μικρή ιστορική αναφορά του περιβάλλοντος στο οποίο κινήθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας και του τι έκανε στην Ελλάδα και στην συνέχεια θα γίνει αναφορά στην δολοφονία του και στα αίτια της και στο πως αυτή επηρεάζει το σήμερα.
Η εκλογή του Καποδίστρια και η κατάσταση της τότε Ελλάδας
Την ιδέα να κληθεί ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης της Ελλάδος την είχε διατυπώσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην από 27-10-1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης επίσης υπέγραψε πρόσκληση του Καποδίστρια το 1822 και ο Πετρόμπεης το 1824. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1827, στην Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε ο Καποδίστριας κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως θα αναθεωρείτο από τη συνέλευση.
Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Καποδίστρια στην Ελλάδα διαδραμάτισε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχηγός του Αγγλικού κόμματος τότε, αν και αρχικά ήταν κατά της εκλογής του. Άλλαξε όμως γνώμη στη συνέχεια και ήταν αυτός που υφήρπασε την έγκριση του Άγγλου μοιράρχου Χάμιλτον, που είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Στράτφορντ Κάνινγκ. Παρά ταύτα η εκλογή του θεωρήθηκε ως ήττα της Αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας. Και είναι γεγονός ότι μεταξύ Καποδίστρια και Αγγλίας υπήρχε αμοιβαία δυσπιστία. Πριν δεχθεί την πρόταση που του έγινε, επισκέφθηκε την Πετρούπολη προκειμένου να αποδεσμευθεί επισήμως από την υπηρεσία του Τσάρου.
Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Λονδίνο, όπου έφτασε σε ατυχή συγκυρία, δεδομένου ότι την επομένη της άφιξής του κηδευόταν ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Η υποδοχή που του έγινε εκεί ήταν ψυχρή  Ύστερα από σύντομη παραμονή στο Παρίσι, όπου έγινε θερμά δεκτός, αναχώρησε για την Ελλάδα. Στις 18 Ιανουαρίου 1828 έφτασε στο Ναύπλιο επί του αγγλικού πολεμικού Warspite, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.Λίγο αργότερα αποφασίστηκε το Ναύπλιο να ξαναγίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.    
 
 
Για την κατάσταση του τότε ελληνικού κράτους και του χάους που επικρατούσε μας περιγράφει γλαφυρά η έκθεση του Υπουργού επί των εξωτερικών Α. Λόντου: «Εις την Ελλάδα δεν υπάρχουσιν ούτε εμπόριον, ούτε τέχναι, ούτε βιομηχανία, ούτε γεωργία. Οι χωρικοί δεν σπείρουσι πλέον, διότι δεν έχουσι πεποίθησιν ότι θέλουσι θερίσει, και αν θερίσωσι, δεν ελπίζουσι να φυλάξωσι τους καρπούς των από τον στρατιώτην. Ο έμπορος δεν είναι ασφαλής εις τάς πόλεις τρέμει δ’ από τον φόβον των πειρατών, οι οποίοι έχουσιν ανοικτά τα όμματα και περιμένουσι τα πλοία εις την διάβασίν των να τα προσβάλωσιν. Η δολοφονία καλύπτει την κλοπήν με την μυστικότητα ο τεχνίτης δεν είναι βέβαιος ότι θα πληρωθή διά την εργασίαν του. Το δικαίωμα του ισχυροτέρου είναι το μόνον όπου υπάρχει πραγματικώς. Οι κοινωνικοί δεσμοί παρελύθησαν. Ο πολίτης δεν απολαύει του νόμου την υπεράσπισιν. Μόνη του λαού η ακένωτος μακροθυμία εμπόδισε τού να φθάσωσι τα πράγματα εις φρικωδεστέραν κατάστασιν».
Χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή του Φρίντριχ Φον Τιρς: «Η χώρα όση είχε απελευθερωθεί ως εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε μ’ ένα σωρό ερείπια που καπνίζουν ύστερα από μια καταστρεπτική πυρκαϊά. Στη στεριά επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζάμπαση και στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασιά ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας, Παλαμήδι οι Γρίβας και Στράτος) τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο πληθυσμό. Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης λόγω της ανασφάλειας. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές. Εικοσιπέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανιόνταν χωρίς καμμιά μισθοτροφοδοσία ή ενίσχυση, ενώ οι μοναδικές δημόσιες πρόσοδοι (δεκάτη και τελωνειακές εισπράξεις του Αναπλιού) δεν λειτουργούσαν. Κράτος, δηλαδή, και στην πιο υποτυπώδη του έννοια δεν υπήρχε».
Η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική και τα οικονομικά του κράτους ανύπαρκτα, όπως ανέφερε ο Γραμματέας των Οικονομικών Π.Ν. Λιδωρίκης: «Εξοχώτατε, όχι μόνον χρήματα δεν υπάρχουσιν εν τω ταμείω, αλλ’ ούτε ταμείον υπάρχει διότι δεν υπήρξε ποτέ» ούτε τα χρήματα της επισκευής της κυβερνητικής κατοικίας δεν είχαν να πληρώσουν «…Το λέγω με εντροπήν, δεν ήμην εις θέσιν να πληρώσω εις τους κτίστας και τους ξυλουργούς τα έξοδα των επισκευών, αίτινες έγιναν εις το οίκημα το οποίον κατέχει η Υψηλότης σας και παρακαλώ αυτήν να λάβη οίκτον των ανθρώπων τούτων, οίτινες απαιτούσι τα ημερομίσθια των…».
Ο ίδιος ο Καποδίστριας περιέγραψε την υποδοχή που του έγινε: «…Είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ειδεί …(Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας,ο ελευθερωτής μας), εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τες σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημα μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος: Η γη εβρέχετο από δάκρυα εβρέχετο η μερτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό εις την Εκκλησία.Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους αποθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους, και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα και εγώ.Και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και εσείς με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω ….».
Αλλού ανάφερε: «Από Καλαμάτας μέχρι Ναυπλίου, ούτε χωρίον υπάρχει εν, ούτε κώμη, ούτε πόλις , με στέγασμα το παραμικρόν. Εκτεταμένοι αμπελώνες αποκεχερσωμένοι, κοιλάδες πολύωροι, άλλοτε μεν σιτοπληθείς, σήμερον δε άφοροι και καταλελιμνασμέναι υπό της πλημμύρας των ποταμών, χιλιάδες οικογενειών αναζητούσιν τας εαυτών εστίας ανά μέσον των ερήμων και των συντριμμάτων..».
Λίγα λόγια για το έργο του
Στο εσωτερικό της χώρας ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν η αναστολή του συντάγματος και η διάλυση της βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», ένα γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η κεντρική γραμματεία, ένα είδος υπουργικού συμβουλίου, διοικούμενο από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Αρχικά είχε δεσμευθεί για τη διενέργεια εκλογών τον Απρίλιο του 1828, στη συνέχεια όμως προχώρησε στην αναβολή αυτών λόγω της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στο εσωτερικό. Όταν αυτές διεξήχθησαν, διατυπώθηκαν βάσιμες κατηγορίες για νοθεία. Αν και κυβερνήτης, ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συνεργατών του, ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό από πληρεξούσιος και αναχώρησε για την Ύδρα.Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε και για τη δημιουργία δικαστηρίων θεσπίζοντας και κώδικα πολιτικής δικονομίας.
Μία από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης. Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των μέχρι τότε τοπαρχών «μίαν ευχήν διαβιβάζουσί μοι αι επαρχίαι, την διά παντός απαλλαγήν αυτών από της τυραννίας των προυχόντων και των οπλαρχηγών». Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το Τουρκικό γρόσι.
Όσον αφορά στην εκπαίδευση κατασκεύασε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, καθώς και το Ορφανοτροφείο Αίγινας σε μια προσπάθεια να οργανώσει το σχεδόν ανύπαρκτο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ίδρυσε όμως πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία). Μερίμνησε επίσης για την ανοικοδόμηση του Μεσολογγίου και των Πατρών, όπου έστειλε τον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη.
Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα.
Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και έγινε η πρώτη απόπειρα για την καλλιέργεια πατάτας. Στον Καποδίστρια αποδίδεται ένας τρόπος για την εισαγωγή της καλλιέργεια της πατάτας, ο οποίος αποδίδεται επίσης και στον Φρειδερίκο το Μεγάλο της Πρωσσίας το 1774, κάτι που παραμένει περίφημο ανέκδοτο σήμερα: Παραγγέλλοντας ένα φορτίο πατάτες, πρώτα διέταξε ότι πρέπει να προσφερθούν σε όποιον θα ενδιαφερόταν. Όμως οι πατάτες αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία από τον πληθυσμό και ολόκληρο το σχέδιο φάνηκε να αποτυχαίνει.
Όμως ο Καποδίστριας, έχοντας γνώση των ελληνικών συνηθειών, διέταξε ολόκληρη η αποστολή των πατατών να ξεφορτώνεται σε δημόσια επίδειξη στις αποβάθρες του Ναυπλίου, αλλά να φυλάσσονται από φαινομενικά αυστηρές φρουρές. Σύντομα, κυκλοφόρησαν φήμες για τις πατάτες, ότι, αφού τόσο καλά φρουρούνταν, έπρεπε να είναι μεγάλης σπουδαιότητας Και αφού ήταν έτσι, κάποιοι δοκίμαζαν να τις κλέψουν. Οι φρουρές είχαν διαταχθεί εκ των προτέρων να κάνουν με τρόπο τα στραβά μάτια και να επιτρέπουν ουσιαστικά την κλοπή. Έτσι, αναφέρει η ιστορία -αστικός μύθος- σύντομα όλες οι πατάτες του φορτίου είχαν κλαπεί και το σχέδιο του Καποδίστρια να τις εισαγάγει στην Ελλάδα είχε πετύχει.
 Προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική οικονομία ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε, καθώς το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων.
Αν και δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα, πραγματοποίησε διώξεις εναντίον του Τύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των εφημερίδων Ανεξάρτητος, Ηώς και Απόλλων, που είτε έκλεισαν λόγω αντικυβερνητικών θέσεων είτε οι εκδότες τους διώχθηκαν. Σφοδρή κριτική υπήρξε και για την τοποθέτηση των δύο αδερφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αρχιναυάρχου και αρχιστράτηγου αντίστοιχα. Κατά γενική ομολογία, και οι δύο θεωρούντο ακατάλληλοι για τις θέσεις αυτές, ενώ κάποιοι ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του κυβερνήτη.
Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε το Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Saxe-Coburg, ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια.
Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.
Η δολοφονία του Καποδίστρια
Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέρφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Το κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες.
Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων άμεσα, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους.
Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.
Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας.[44] Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών.
 Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα». Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα».
Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…».
Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων, με τρόπο που καταπλήσσει: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους…»
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβυ στο Παρίσι πρίγκηπα Α. Σούτσο επιστολή με την οποία, με εθνική αγανάκτηση, διαμαρτύρεται και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.
Ήδη, από το το προηγούμενο έτος 1830 είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους, και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδερφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας.
Έτσι, το πρωϊ της Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ενώ ο Καποδίστριας μετέβαινε στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνος για να παρακολουθήσει τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία, συνάντησε τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι, αφού τον χαιρέτησαν, τον προσπέρασαν και στάθηκαν δεξιά και αριστερά της στενής εισόδου του Ιερού Ναού. Εισερχόμενος στην Εκκλησία ο Ιωάννης Καποδίστριας, δέχθηκε πυροβολισμούς και από τους δύο δολοφόνους.Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακας του Γεώργιος Κοκκώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχτηκε στο λιμάνι.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.
Υποστηρίζεται ότι καταλυτικό ρόλο στην δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει ακόμη απόρρητος. Στο σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη
Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από την πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια, ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς : ”Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν”. Προς τη κατεύθυνση της εμπλοκής της Γαλλίας συναινεί και η μαρτυρία που μεταφέρει ο ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, δηλώνοντάς του: “Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας”.
Η απόφαση του Γάλλου πρέσβυ Ρουάν να παράσχει άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και η αρχική άρνησή του να τον παραδώσει με προφάσεις (όπως την επίδειξη εντάλματος σύλληψης) απετέλεσε χαρακτηριστική και απροκάλυπτη παροχή πολιτικής προστασίας και κάλυψης του εγκλήματος. Πάντως, παρά την προσπάθεια κωλυσιεργίας, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Οι αντιπρόσωποι της Γαλλίας συνέχισαν να παρέχουν υποστήριξη προς τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε. Αξιοσημείωτη και αποκαλυπτική είναι, επίσης, και η στάση του πρέσβυ της Αγγλίας, ο οποίος αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινή Διοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Αρκετά αργότερα, το 1840 ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: «’Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…’»’  Για την δολοφονία του Καποδίστρια ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν.»
Τα αποτελέσματα της δολοφονιας – Μια αιρετική άποψη
Αυτή ήταν η ζωή και το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα. Το έγκλημα των Μαυρομιχαλαίων, ακούσιο ή εκούσιο, είχε ένα πιο κρίσιμο αποτέλεσμα. Την καταστροφή της μοναδικής ολοκληρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης προσπάθειας για την δημιουργία ελληνικής αστικής τάξης ευρωπαϊκού τύπου αλλα και γενικότερα ενός ελληνικού αστικού κράτους..
Όταν λέμε την αποτροπή δημιουργίας αστικής τάξης εννοώ μιας οικονομικής τάξης. Όχι μόνο μιας κλίκας πλουσίων επιχειρηματιών, όπως έχει υπάρξει στην Ελλάδα, αλλά, μιας οικονομικής τάξης που θα δίνει προτεραιότητα στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα οικονομικής παραγωγής.
Όποια πολιτική προσπάθησε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα πάνω στην δημιουργία μιας συγκροτημένης αστικής τάξης ήταν σπασμοδική και χωρίς κάποια ιδιαίτρη δυναμική. Η όποια αστική τάξη δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μέχρι σήμερα ήταν χωρίς κάποιο μακρόπνοο οικονομικο σχεδιασμό με μόνο σκοπό, το γρήγορο κέρδος και πάντα με κάποιας μορφής αλληλεξάρτησης με το δημόσιο.
Άλλο ένα αποτέλεσμα της δολοφονίας του Καποδίστρια, αυτή την φορά είναι κάπως πιο ηθική – μεταφυσική. Είναι το άγος που έχει αυτού του είδους η δολοφονία.
Άγος στην αρχαιότητα σήμαινε μίασμα, κατάρα, οργή Θεού, έχοντας την σημερινή έννοια της αμαρτίας, σε αντιδιαστολή με το δασύτονο άγος που σήμαινε “άξιο τιμής και σεβασμού”. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως το άγος προερχόταν από έγκλημα που ακολουθούσε στη συνέχεια το δράστη, ο οποίος έτσι καθίστατο “εναγής” δηλαδή όπως λέμε σήμερα καταραμένος.
Σε άγος υποκείμενα δεν ήταν μόνο τα άτομα (δράστες, εγκληματίες) αλλά ακόμη και πόλεις και κράτη ολόκληρα στα οποία συνέβαινε ή είχε συμβεί να “μιανθούν” από σοβαρό έγκλημα πολίτη ή ομάδας πολιτών ή και των Αρχών.
Έτσι ακολουθούσε “κάθαρσις” ή “εξαγνισμός” με μεγάλες θυσίες, εκτεταμένες ιεροτελεστίες, καύση συγκεκριμένων αντικειμένων των οποίων ο καπνός θεωρούνταν πως είχε καθαρτήρια ιδιότητα (όπως συμβαίνει σήμερα με το λιβάνι). Παράλληλα επιβαλλόταν τιμωρία των ενόχων, συνηθέστερα εξορία ή άλλων προσφερομένων αντ΄ αυτών προκειμένου να γίνουν έτσι εξιλαστήρια θύματα.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας όδευε εκείνη το μοιραίο για τον ίδιο πρωινό Κυριακής προς την εκκλησία για να εκκλησιαστεί καθώς όπως έχει αποδειχθεί ήταν αρκετά πιστός και θεοσεβείς., Στον δρόμο συναντήθηκε με τους δολοφόνους του, χωρίς να διαπλικτιστούν και μετά απο λίγο χωρίστηκαν. Οι δολοφόνοι του έστησαν ενέδρα έξω απο την εκκλησία και λίγο πριν μπει τον σκότωσαν.
Το άγος της δολοφονίας του είναι ακριβώς εδώ, στο ότι οι δολοφόνοι του δεν επέτρεψαν σε έναν πιστό χριστιανό να λειτουργηθεί πρώτα και μετά να τον σκοτώσουν. Πολλοί μπορεί να θεωρήσουν το πιθανό άγος της δολοφονίας Καποδίστρια αμελητέο θέμα ακόμα και ότι πλέον είναι ένα ιστορικό ξεχασμένο θέμα, όμως το θέμα είναι μήπως το άγος υπάρχει όντως και ότι τελικά η βασική αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας του ελληνικού κράτους είναι ότι οι κάτοικοι αυτού του κράτους σκότωσαν τον μοναδικό ίσως σύγχρονο ηγέτη της που την σκέφτηκε και πως αυτοί οι κάτοικοι έχουν ήσυχη την συνείδησή τους σε αυτό προκαλώντας έτσι την Θεία Δίκη; Μήπως;

Ναπολέων Ζέρβας (1891-1957)

Γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1891 στην Άρτα. Προερχόταν από την ιστορική φάρα των Ζερβαίων, που πρωτοστάτησε στους αγώνες του Σουλίου την εποχή του Αλη πασά, αλλά και σαν οπλαρχηγοί στην επανάσταση του 1821. Πατέρας του ο Νικόλαος Ζέρβας, είχε λάβει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα των Κρητών από τους Τούρκους, το 1897.[1]   

 Το 1909 ξεσπά το κίνημα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» από ανώτερους αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού, με στόχο την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ώστε να ξεπλυθεί η ντροπή του ατυχούς πολέμου και να επέλθει μια πολιτική και στρατιωτική αλλαγή. Ο Ζέρβας μέσα σ΄αυτό το κλίμα εντάσσεται το 1910 σαν εθελοντής στο στράτευμα. Ήταν φανατικός βενιζελικός και δημοκράτης. Ως εκ τούτου αντιπαθούσε τον θεσμό της Βασιλείας για ιδεολογικούς λόγους αλλά και για λόγους προσωπικής αντιπάθειας με τον Κωνσταντίνο τον Ά.[2]Συμμετέχει στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-’13, όπου απελευθερώνεται μεταξύ άλλων και η πατρίδα του, η Ήπειρος. Διακρίνεται από την πρώτη στιγμή στο πεδίο της μάχης για το θάρρος και την τόλμη του και τραυματίζεται την 21ηΙουνίου 1913, στη μάχη του Κιλκίς, «διά πυροβόλου όπλου, υποστείς τραύμα διαμπερές…».[3] Θα διακομισθεί για ένα περίπου μήνα στο Στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας και κατόπιν θα προαχθεί «επ’ ανδραγαθία» στο βαθμό του Ανθυπασπιστή. Το 1916 συμμετέχει στο κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» και διατελεί υπασπιστής του Ελευθερίου Βενιζέλου, για ένα διάστημα.[4]Λαμβάνει μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στο Μακεδονικό Μέτωπο, όπου διακρίνεται σε μάχες με Γερμανούς και Βούλγαρους. Οι διακρίσεις του στα πεδία των μαχών είναι συνεχείς, για τον λόγο αυτό προαγόταν πάντοτε «επ΄ανδραγαθία». Το 1921 αρνείται μαζί με άλλους αξιωματικούς να τεθεί κάτω από τις διαταγές του βασιλιά Κωνσταντίνου και μεταβαίνει οικειοθελώς στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι βενιζελικοί αξιωματικοί ιδρύουν την «Εθνική Άμυνα Κωνσταντινουπόλεως». Επανέρχεται στην Ελλάδα, μετά την επανάσταση των Πλαστήρα, Γονατά, Φωκά και κατατάσσεται στο στράτευμα με τον βαθμό του Ταγματάρχη. Το 1925 στη δικτατορία Πάγκαλου διορίζεται Φρούραρχος της Αθήνας ενώ παράλληλα ορίζεται διοικητής του Ά Τάγματος Δημοκρατικής Φρουράς. Την επόμενη χρονιά ανατρέπεται ο Θεόδωρος Πάγκαλος, με συμβολή των διοικητών των δύο ταγμάτων Δημοκρατικής Φρουράς, Ζέρβα και Ντερτιλή και αναλαμβάνει ο Γεώργιος Κονδύλης. Παρόλα αυτά, ένα μήνα μετά, τον Σεπτέμβριο του 1926, ο Κονδύλης σαν Πρωθυπουργός θα απαιτήσει από τους Ζέρβα και Ντερτιλή την διάλυση των Ταγμάτων. Η άρνησή τους θα οδηγήσει σε αιματηρές συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας μεταξύ των δυνάμεων των δύο πλευρών, με αποτέλεσμα την ήττα των ταγμάτων Δημοκρατικής Φρουράς και τη σύλληψη των διοικητών τους.[5]Ο Ναπολέων Ζέρβας και ο Βασίλειος Ντερτιλής, μετά από δίκη στο Στρατοδικείο Αθηνών καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά και έμειναν στη φυλακή μέχρι τον Οκτώβριο του 1928, όταν και αμνηστεύτηκαν από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.[6]Ακολούθως ο Ζέρβας αποστρατεύεται με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.

 Το όνομά του ενεπλάκη μετά από λίγα χρόνια και στο κίνημα του Μαρτίου του 1935, που στόχευε στην εγκαθίδρυση «βενιζελικής δικτατορίας», υπό την αιγίδα του Νικόλαου Πλαστήρα. Η αποτυχία του κινήματος ωστόσο δεν πτόησε τους πρωταγωνιστές του, ανάμεσά τους και τον Ζέρβα. Το 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς επιβάλει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Από τότε σκοπός του κινήματος ορίζεται η ανατροπή του Μεταξά. Αρχηγός του κινήματος ήταν ο Πλαστήρας, ο οποίος όμως ήταν αυτοεξόριστος στη Νίκαια της Γαλλίας από το 1933. Συνδετικός κρίκος του στην Ελλάδα ήταν –μεταξύ άλλων- ο Ναπολέων Ζέρβας, αν και οι σχέσεις τους δεν ήταν οι καλύτερες. Ο πυρήνας αυτός αποτέλεσε την αρχή του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ) και στόχευε βεβαίως στην ανατροπή τόσο του Ιωάννη Μεταξά όσο και του Βασιλέως Γεωργίου Β΄.[7] Οι ενέργειες των μελών του ΕΔΕΣ, αν και ήταν πολλές δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους. Τα γεγονότα φαίνεται πως τους πρόλαβαν. Το ΟΧΙ του Μεταξά και ο Ελληνοιταλικός πόλεμος, έθεταν σαν προτεραιότητα την ενότητα όλων των Ελλήνων. Ο Ζέρβας θα επιδιώξει να επιστρέψει στο στράτευμα για να πολεμήσει στο μέτωπο. Η απάντηση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου ήταν αρνητική. Η αντίδραση του Ζέρβα, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν να ξεσπάσει σε κλάματα.[8]Τελικά, τον Απρίλιο του ‘41 συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Μακρυγιάννη, για δύο περίπου βδομάδες. Ο λόγος ήταν πως το καθεστώς φοβόταν τον ρόλο και τον σκοπό του Ζέρβα. Ήδη από τον Φεβρουάριο της ίδια χρονιάς, ο Ζέρβας είχε εκτεταμένες επαφές με τον Άντονυ Ήντεν και τον ναύαρχο Τέρλ στην Αθήνα ώστε να πείσει τους Βρετανούς για την διεξαγωγή ανταρτοπόλεμου, ως πιο αποφασιστικού και χρήσιμου τρόπου διεξαγωγής πολέμου απέναντι στον πανίσχυρο γερμανικό στρατό.[9]Ήταν ως εκ τούτου, ο πρώτος που αντιλήφθηκε την σημασία του ανταρτοπόλεμου. Μάλιστα, παρέδωσε τον Μάρτη λίστα στους Βρετανούς, με ονόματα γερμανόφιλων αξιωματικών, στα οποία συμπεριλαμβανόταν και αυτό του Γεωργίου Τσολάκογλου.[10]

 Ο ΕΔΕΣ πλέον άλλαζε σκοπό. Από την ανατροπή του Βασιλιά και της 4ης Αυγούστου, έθετε πλέον ως στόχο την καταπολέμηση των κατοχικών δυνάμεων. Ο Ζέρβας ήταν ο ιθύνων νους και ο οργανωτής της όλης προσπάθειας, καθώς ο επίτιμος αρχηγός της οργάνωσης, Νικόλαος Πλαστήρας δεν συμφωνούσε τόσο με την άμεση έναρξη αντάρτικου αγώνος. Ο Ζέρβας όμως επέμεινε και βρήκε σύμμαχό του, τον απεσταλμένο του Πλαστήρα, Κομνηνό Πυρομάγλου. Το καταστατικό του ΕΔΕΣ είχε συνταχθεί ήδη από τον Ιούνιο του ’41, από τον ίδιο τον Ζέρβα, αλλά αναλυτικά παρουσιάστηκε επίσημα την 9ηΣεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Ο σκοπός της οργάνωσης ήταν πρωτίστως ο απελευθερωτικός αγώνας αλλά και οι μεταπελευθερωτικές πολιτικές εξελίξεις. Ως προς τις πολιτικές εξελίξεις, ήταν ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα που στόχευε «να εγκαθιδρύση εις την Ελλάδαν το δημοκρατικόν πολίτευμα, σοσιαλιστικής μορφής…». Με την εξαγγελία του καταστατικού, άρχισαν και οι πρώτες ενέργειες του ΕΔΕΣ. Βεβαίως οι Ιταλοί και οι Γερμανοί ενημερώθηκαν για την οργάνωση και συνέλαβαν τον Ζέρβα, την περίοδο Σεπτεμβρίου ’41 – Ιουλίου 1942, πέντε φορές. Την τελευταία ενημερώθηκε από αξιωματικό της Γκεστάπο, ότι γνώριζαν τις ενέργειές του και ότι με τα πρώτα στοιχεία που θα έβρισκαν θα τον εκτελούσαν.[11]Ο λόγος αυτός σε συνδυασμό με την αινιγματική στάση του αμφιλεγόμενου πράκτορα των Βρετανών, Κουτσογιαννόπουλου, θα τον αναγκάσουν να επισπεύσει την άνοδό του στο βουνό. Ξημερώματα της 23ης Ιουλίου του 1942, μαζί με τους Μυριδάκη, Κωτσάκη, Παπαδάκη και Πυρομάγλου αναχωρούν με προορισμό αρχικά τον Βάλτο και αργότερα την Ήπειρο.

 Οι πρώτες μέρες στο βουνό θα είναι δυσάρεστες. Αφενός οι Βρετανοί δεν τον ενισχύουν με ρίψεις, αφετέρου οι κάτοικοι του Βάλτου του δημιουργούν προβλήματα φοβούμενοι αντίποινα των Ιταλών. Παρά τις αντιξοότητες, ο Ζέρβας και οι πρώτοι αντάρτες του δίνουν την πρώτη μεγάλη νικηφόρα μάχη με τους Ιταλούς στα τέλη Οκτωβρίου. Λίγες βδομάδες αργότερα, ο Ζέρβας συναντάται με την Βρετανική Συμμαχική Αποστολή, που πρόσφατα είχε φτάσει στην Ελλάδα, και δέχεται να συνεισφέρει στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου. Η ενέργεια αυτή του Ζέρβα θα αλλάξει την εικόνα που είχαν γι΄αυτόν οι Βρετανοί, ενώ παράλληλα θα παρασύρει στην επιχείρηση και τις δυνάμεις του Άρη Βελουχιώτη. Ξημερώματα της 25ης – 26ηςΝοεμβρίου 1942, η γέφυρα ανατινάζεται και γράφεται στην Ιστορία μια μεγαλειώδης σελίδα του Ελληνικού αντάρτικου. Ο Ναπολέων Ζέρβας, σαν αρχηγός της επιχείρησης, θα επικηρυχθεί λίγο αργότερα από τους Ιταλούς με 100.000.000 δραχμές. Παράλληλα, όμως με την επιτυχία αυτή ξεκινά αμέσως μετά τον Γοργοπόταμο, μια περίοδος ανταγωνισμού των δύο κυριότερων οργανώσεων, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ.

 Ο ΕΛΑΣ θέτει σε εφαρμογή σχέδιο προσάρτησης ή διάλυσης όσων οργανώσεων δεν συμφωνούσαν μαζί του. Η λογική της ηγεσίας του ήταν πως η εθνική ενότητα έπρεπε να εφαρμοσθεί μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.[12] Έτσι, ξεκινά μια περίοδος σταδιακής εφαρμογής του σχεδίου αυτού με πιο προσεκτικό τρόπο (Δεκέμβριος 1942-Σεπτέμβριος 1943) απέναντι στον ΕΔΕΣ, στην ΕΚΚΑ και σε άλλες οργανώσεις. Η στάση του Ζέρβα ήταν αναγκαστικά υποχωρητική, ελέω των συμβουλών του Έντυ Μάγιερς, ώστε να αποφευχθεί ο εμφύλιος.[13]Στο διάστημα αυτό, η Βρετανική πολιτική μέσω του Γουντχάουζ, εκμεταλλευόμενη την επιθετική στάση του ΕΛΑΣ, ουσιαστικά εξαναγκάζει τον Ζέρβα να στραφεί προς τον Βασιλιά και να αλλάξει εν μέρει τους μεταπελευθερωτικούς αρχικούς σκοπούς του ΕΔΕΣ.[14] Ωστόσο, αυτή η ενέργεια του Ζέρβα δεν σήμαινε ότι ουσιαστικά ο ίδιος και η οργάνωσή του αποκήρυταν τις δημοκρατικές απόψεις τους. Δεν ήταν παρά μια κίνηση, μια υποχώρηση που κατά ανάγκη γινόταν, προκειμένου ο ΕΔΕΣ να ισχυροποιήσει τη θέση του έναντι του ΕΑΜ. Αν οι Βρετανοί του ζητούσαν να αναιρέσει αυτή του την ενέργεια, θα δεχόταν πολύ ευχάριστα τη συμβουλή τους.[15]Το καλοκαίρι του ’43, οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ θα συμμετάσχουν στην επιχείρηση «Ζώα» και θα προκαλέσουν μεγάλα προβλήματα στους Ιταλούς. Οι επιθετικές ενέργειες κατά πολύ μεγαλύτερων δυνάμεων του εχθρού, μαζί με τα σαμποτάζ στην περιοχή της Ηπείρου και του Αγρινίου θα προσφέρουν μεγάλες υπηρεσίες στη Συμμαχική Αποστολή. Οι αναφορές των Βρετανών συνδέσμων για τη δράση των ανταρτών του Ζέρβα, θα προκαλέσουν τον θαυμασμό του Αρχιστράτηγου της Μέσης Ανατολής, Ουίλσον.[16] 

Παρόλα αυτά, ο εμφύλιος φούντωσε τον Οκτώβριο του 1943, χωρίς να ευθύνεται για αυτό ο Ζέρβας. Οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ πολλές φορές ήταν ταυτόχρονες μ’ αυτές των Γερμανών και λίγο έλειψαν να διαλύσουν τον ΕΔΕΣ. Οι Γερμανοί έστρεψαν όλες τις δυνάμεις τους προς την περιοχή του Βουλγαρελίου, όπου έδρευε το αρχηγείο του Ζέρβα και επεδίωκαν την οριστική διάλυσή του.[17]Την ίδια στιγμή, ο ΕΛΑΣ έθετε σαν προτεραιότητά του τον πόλεμο κατά του ΕΔΕΣ και όχι κατά των Γερμανών.[18]Τελικά, οι δύο οργανώσεις από τα τέλη Νοεμβρίου του 1943 μέχρι τον Φεβρουάριο του ’44, όπου υπεγράφη η συμφωνία της Πλάκας που τερμάτιζε τον εμφύλιο, αφοσιώθηκαν στο μεταξύ τους αγώνα ξεχνώντας ότι ο κατακτητής δεν είχε αποχωρήσει.[19] Από τον Φλεβάρη του 1944 μέχρι τα τέλη Ιουνίου, η ανταρτική δραστηριότητα δεν ήταν έντονη κατά του κοινού εχθρού, λόγω ξεκάθαρης διαταγής του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Ο αρχηγός του ΕΔΕΣ μάλιστα, στις αρχές του 1944, απευθύνθηκε στο ΣΜΑ, όπου ζητούσε να ξεκαθαρίσουν οι σύμμαχοι αν επιθυμούσαν επιθετική ή αμυντική στάση έναντι των Γερμανών. Οι οδηγίες του Καίρου έκαναν λόγο για αποκλειστικά αμυντική στάση. Έτσι, ο αρχηγός του ΕΔΕΣ αρχίζει την ανασυγκρότηση των δυνάμεών του καθώς και την ίδρυση νέων Μεραρχιών, που αργότερα θα απελευθερώσουν πολλές πόλεις της Ηπείρου από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους Τσάμηδες. Τα γερμανικά αρχεία της Υπηρεσίας Ψυχολογικού πολέμου των Γερμανών (I/C), παρουσιάζουν -την εποχή αυτή- τον Ζέρβα ως «ουδέτερο έναντι των Γερμανικών δυνάμεων και απόλυτα φιλικό έναντι των Βρετανών». Μάλιστα κάνουν λόγο για «συμφωνία κυρίων», με τη λογική της αποχής από επιθετικές ενέργειες μεταξύ των. Μάλιστα, η ΕΑΜική πλευρά καθώς και η ιστοριογραφία αυτής, εκμεταλλευόμενες τις αναφορές αυτές των γερμανικών εγγράφων, δεν δίστασαν να προπαγανδίσουν τη «συνεργασία» αυτή. Οι κατηγορίες αυτές ωστόσο φαίνονται ότι περισσότερο αποτελούν «κομμουνιστική προπαγάνδα» παρά ιστορική πραγματικότητα, τουλάχιστον με τον τρόπο που παρουσιάζονται.[20] Ο Κρις Γουντχάουζ σε λόγο του για την Εθνική Αντίσταση, τον Οκτώβριο του 1984, στην Αθήνα για την ίδια περίοδο είχε επισημάνει: «Ο Ζέρβας επέτρεψε στους Γερμανούς να υποθέσουν ότι δεν θα έπαιρνε την πρωτοβουλία να τους επιτεθεί, αλλά μόνο σε μια εποχή που είχε πάρει διαταγές από το στρατηγείο μας να μην αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις – με άλλους λόγους προτού αρχίσει η Επιχείρηση Κιβωτός του Νώε».[21]   

 Τελικώς από την 25ηΙουνίου και μετά αρχίζουν επιθετικές επιχειρήσεις των δυνάμεων του ΕΔΕΣ κατά των Γερμανοτσάμηδων. Οι εντολές για επιθετικές ενέργειες είχαν δοθεί από το ΣΜΑ προς όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Οι μάχες της Παραμυθιάς (26 Ιουνίου), της Πάργας (29 Ιουνίου), της Πρέβεζας ( 5-14 Ιουλίου) καθώς και της Μενίνας (17-18 Αυγούστου) αποτελούν τις κυριότερες του ΕΔΕΣ. Τα αποτελέσματά τους προκάλεσαν πολλά προβλήματα στους Γερμανούς, διέσωσαν την Ήπειρο από τις αυτονομιστικές βλέψεις των Τσάμηδων ενώ αποτέλεσαν σελίδες ένδοξης ιστορίας του ΕΔΕΣ και ισχυροποίησαν ακόμα περισσότερο την αντιστασιακή αίγλη της οργάνωσης στον ελληνικό πληθυσμό.

 Κατά το φθινόπωρο του ’44, την ώρα που οι Γερμανοί αποχωρούσαν ο Ζέρβας διέταξε τους άνδρες του «… Κτυπάτε τους Γερμανούς ημέρα και νύκτα. Εκδικηθείτε τα δεινά της Πατρίδος και δοξάσατε τα Ελληνικά όπλα και πάλιν». Αποτέλεσμα των έντονων επιχειρήσεων των δυνάμεων του ΕΔΕΣ προς τους Γερμανούς ήταν το τηλεγράφημα του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής προς τον αρχηγό του ΕΔΕΣ: «Αι πρόσφατοι επιχειρήσεις σας κατεπόνησον τον εχθρόν και εμπόδισαν την υποχώρησή του. Συγχαρητήρια. Εξαίρετα. Εξακολουθείστε πίεσιν ακαταπαύστως μέχρι τελικής ήττης Γερμανών».

 Η απελευθέρωση της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1944 δυστυχώς δεν αποτέλεσε τον τέλος του πολέμου. Με ευθύνη όλων των πλευρών και των παρατάξεων οδηγηθήκαμε στον αιματηρό Δεκέμβρη, όπου ο ΕΛΑΣ προσπάθησε μέσα από έναν ακόμη αιματηρό εμφύλιο να επιβάλει την δική του εξουσία. Ένας από τους λόγους που τελικά δεν το κατάφερε – και που μας ενδιαφέρει στην ανάρτηση αυτή- ήταν ότι στην Ήπειρο υπήρχε ο ΕΔΕΣ. Έτσι, απεστάλη για την διάλυσή του ο Άρης Βελουχιώτης και ο Στέφανος Σαράφης μαζί με επίλεκτες και έμπειρες δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Οι δυνάμεις αυτές αν κατευθύνονταν προς την Αθήνα ίσως η εξέλιξη της ιστορίας να ήταν σήμερα διαφορετική. Εν τέλει, η ήττα του ΕΛΑΣ τον Δεκέμβρη οδήγησε στη Βάρκιζα. Τότε αποστρατεύθηκαν και οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ.

 Ο Ναπολέων Ζέρβας από το 1945 ασχολήθηκε με την πολιτική. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1945 ο Ζέρβας θα πολιτευτεί και θα ιδρύσει το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος (ΕΚΕ). Στις εκλογές της 31 Μαρτίου 1946 το ΕΚΕ εξέλεξε 22 βουλευτές. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950  το ΕΚΕ πήρε το 3,65% κ εξέλεξε 7 βουλευτές. Στις εκλογές του 1952, ενώ το ΕΚΕ είχε ενσωματωθεί στο κόμμα των Φιλελευθέρων, ο Ζέρβας δεν κατόρθωσε να εκλεγεί βουλευτής. Διετέλεσε 4 φορές υπουργός, άνευ Χαρτοφυλακίου, Δημόσιας Τάξεως, Δημοσίων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας. Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι ο Ναπολέων Ζέρβας ήταν μια έντονη και ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Εξαίρετος και έμπειρος στρατιωτικός, με πολλές διακρίσεις στα πεδία των μαχών. Απόγειο της προσωπικής του δόξας αποτέλεσε η εποποιία του ΕΔΕΣ την περίοδο 1941-1944. Στην πολιτική δεν κατάφερε πολλά πράγματα. Ο φίλος και στενός συνεργάτης του, Ηρακλής Πετιμεζάς, σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα «Ακρόπολη» είχε σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του στρατηγού. Παρουσιάζω ένα μέρος του, που κατά την γνώμη μου συνοψίζει σε λίγες γραμμές το πορτραίτο του Ναπολέοντα Ζέρβα: «… Ο Ζέρβας ήταν άνθρωπος των δυσχερών ωρών και των ανωμάλων περιστάσεων. Όπως και οι περισσότεροι από τους τότε αντιστασιακούς που αναδείχτηκαν. Δεν ήταν άνθρωπος για τα συνηθισμένα έργα, για τα λιμνάζοντα ύδατα της ρουτίνας και ομαλότητας. Μέσα στα μεγάλα κύματα των τρικυμισμένων εποχών βρισκόταν στο στοιχείο του. Ήταν ο δυναμικότερος στρατιωτικός του 1941 και ο ικανότερος για τις χαλεπές ημέρες που πλησίαζαν και στις οποίες διακρίθηκαν όλοι όσοι πραγματικά τότε κάτι άξιζαν. Αυτός ήταν ο Ζέρβας…».[22]

Το άρθρο μου δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο ww2.gr    



[1] Διονύσης Μπερερής, Ναπολέων Ζέρβας η ζωή και η δράση του, σ. 23.
[2] Κρις Γουντχάουζ, Αγώνας για την Ελλάδα, 1941-1949, σ. 95.
[3] Αρχεία ΔΙΣ, Φ. 908 Α/Ε/ 82.
[4] Μιχάλης Μυριδάκης, Οι 4 γύροι του ΚΚΕ, ο Ζέρβας και οι Άγγλοι, σ. 40.
[5] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ, σ. 296.
[6] Διονύσης Μπερερής, ό.π., σ. 29.
[7] Ιωάννης Παπαφλωράτος, ΕΔΕΣ, σ. 9.
[8] Μυχάλης Μυριδάκης, ό.π., σ. 42.
[9] Χαράλαμπος Φλόκας, Εθνική Αντίσταση 1942-1945, σ. 95.
[10] Ιωάννης Παπαφλωράτος, ό.π., σ. 24.
[11] Διονύσης Μπερερής, ό.π., σ. 59-61.
[12] Βλ. Δημήτριος Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ.
[13] Έντυ Μάγιερς, Η Ελληνική περιπλοκή, σ. 123-130.
[14] Απομνημονεύματα Στρατηγού Ναπ. Ζέρβα, σ. 315-326.
[15] Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα, η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace, σ. 54.
[16] Βλ. Τηλεγράφημα Λοχαγού Ρος προς Ναπ. Ζέρβα (5-7-1943) καθώς και κοινοποίηση αυτού στη Γενική Διαταγή του Ζέρβα (6-7-1943, Αριθμό Πρωτοκόλλου 6809).
[17] Σόλωνας Γρηγοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, τόμος Ά, σ. 400.
[18] Χάιντς Ρίχτερ, Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, τόμος Β΄, σ. 54.
[19] Χάιντς Ρίχτερ, ό.π., σ. 55.
[20] Ιωάννης Ιατρίδης, Εξέγερση στην Αθήνα, σ. 35.
[21] Κρις Γουντχάουζ, Ο ιστορικός ρόλος της Εθνικής Αντίστασης, σ. 20.
[22] Εφημερίδα Ακρόπολη, 10 Ιουνίου 1979.

Ο Αντώνης Λιάκος θεωρεί κατασκευασμένη την ηρωική εικόνα του Μακεδονικού Αγώνα και εγκληματίες πολέμου τους Μακεδονομάχους…

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου
ιστορικού
Προς μεγάλη μου έκπληξη διάβασα σήμερα στο διαδικτυακό περιοδικό “Χρόνος“, ένα άρθρο του καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Αντώνη Λιάκου. Ο τίτλος του “Η κατασκευή της ηρωικής εικόνας του Μακεδονικού Αγώνα από την Πηνελόπη Δέλτα φωτίζεται με την έρευνα του Σπύρου Καράβα”. Από τον τίτλο κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Παραθέτω αναλυτικά το άρθρο για να το διαβάσει ο καθένας και να βγάλει τα συμπεράσματά του:
“Με φρίκη τα διεθνή Μ.Μ.Ε. αναφέρονται στις ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων από φανατικούς εξτρεμιστές του Ισλάμ, στο Ιράκ, τις μέρες αυτές, ή στη Συρία, τους προηγούμενους μήνες. Ακόμη μεγαλύτερη φρίκη όταν πρόκειται για αμάχους. Μια παρόμοια ιστορία είναι η ακόλουθη: μια ομάδα ενόπλων, συναντά στο δάσος καμιά εκατοσταριά άοπλους υλοτόμους, τους συλλαμβάνει, τους δένει πισθάγκωνα, τους παίρνει μαζί της και όταν φτάνει σε μεγάλο και βαθύ ποταμό τούς ρίχνει στο νερό. Λίγο αργότερα, δεκάδες πτώματα ξεβράζοναι στις όχθες. Την ιστορία αυτή τη γνώριζε η Πηνελόπη Δέλτα και τη βρίσκουμε στο αρχείο της. Είναι μια καταγραμμένη συζήτηση που είχε με τον επικεφαλής της ένοπλης ομάδας, τον Σπύρο Σπυρομήλιο που συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα ως καπετάν Μπούας. Το ποτάμι είναι ο Αλιάκμονας. Ο Σπυρομήλιος δεν δικάστηκε για εγκλήματα κατά αμάχων. Προβιβάστηκε σε στρατηγό της Χωροφυλακής και ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ήρωας του βορειοηπειρωτικού αγώνα.
Η Δέλτα συνέλεγε μαρτυρίες για να γράψει το βιβλίο της Τα μυστικά του βάλτου, ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε σε άπειρα αντίτυπα, καθώς πραγματοποίησε αλλεπάλληλες εκδόσεις, διαβάστηκε και διαπαιδαγώγησε πολλές γενιές Ελληνόπουλων από τον Μεσοπόλεμο έως σήμερα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εθνικής διαπαιδαγώγησης και διάπλασης ηρωικών χαρακτήρων, στο οποίο εξιδανικεύτηκε ο Μακεδονικός Αγώνας, ή μάλλον συγκροτήθηκε η δημόσια εικόνα του. Δεν είναι η πρώτη φορά που η λογοτεχνία αναλαμβάνει να ανασυγκροτήσει το παρελθόν ως εθνικό παρελθόν. Και το κάνει πληρέστερα από την ιστοριογραφία. Δεν έχει ενδοιασμούς να αποσιωπήσει ή να μεταπλάσει εγκλήματα. Κυρίως η λογοτεχνία προσκομίζει πλοκή, δράση, συναίσθημα. Η παραπάνω ιστορία αποδίδεται ως το «δυστύχημα της βαρκαδιάς που βούλιαξε στον Αλιάκμονα και πνίγηκαν οι Βούλγαροι αρκουδιαραίοι, ξυλοκόποι και καρβουνιάρηδες».
Ο Σπύρος Καράβας στο βιβλίο του Μυστικά και παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας (Βιβλιόραμα, 2014) αναλαμβάνει να ψηλαφήσει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε αυτή η λογοτεχνική εικόνα του Μακεδονικού Αγώνα, διαβάζοντας παράλληλα τα κείμενα της Δέλτα και αντιπαραβάλλοντάς τα με τις καταγραφές που είχε συγκεντρώσει στο αρχείο της, αλλά και με τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών όπου συγκεντρώνονταν οι εκθέσεις των προξένων αλλά και των στρατιωτικών παραγόντων της Μακεδονίας, και τα οποία γνωρίζουμε ότι επισκεπτόταν και μελετούσε η συγγραφέας.
Η Πηνελόπη Δέλτα, αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό της, είναι μια cult προσωπικότητα. Σε πρόσφατη εκδήλωση, όπου παρουσιάστηκε η έκδοση ενός ανέκδοτου έως τώρα μυθιστορήματός της, η ιστορικός Ιωάννα Πετροπούλου είπε: «Εδώ η συγγραφέας ξεδιπλώνει τα σκοτάδια της ψυχής της και δηλώνει την αλληλεγγύη της με το γυναικείο φύλο, επιχειρώντας να υπηρετήσει την κοινωνία. Οι Ρωμιοπούλες είναι μια κοινωνική καταγγελία για την ελληνική πατριαρχική κοινωνία».1 Λυρικοί τόνοι που εξιδανικεύουν μια γυναίκα-μητέρα που υπέφερε από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και τους κοινωνικούς περιορισμούς που της επιβάλλονταν από το κοινωνικό status της οικογένειάς της.
Πράγματι οι Μπενάκηδες, το πατρικό όνομα της Δέλτα, υπήρξαν μία από τις κεντρικότερες οικογένειες του ελληνικού 20ού αιώνα. Μια οικογένεια που συγκεντρώνει τους συμβολισμούς και τα νήματα ενός κεντρικού αφηγήματος της ελληνικής ιστορίας: διασπορά, αστισμός, βενιζελισμός, δημοτικισμός, Ίων Δραγούμης, Μακεδονικός Αγώνας, Μουσείο Μπενάκη, νεοελληνικό μυθιστόρημα, ηρωική έξοδος από τη ζωή. Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της Πηνελόπης Δέλτα και της οικογένειάς της θα μπορούσε να είναι μια περιήγηση όχι απλώς στην ιστορία του περασμένου αιώνα, αλλά μια σάγκα της νεοελληνικής ιστορίας, ένα πορτρέτο της αστικής Ελλάδας μέσα από τον εξιδανικευτικό καθρέφτη της. Αλλά αυτή η εικόνα έπρεπε να λευκάνει την πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς έκανε η Δέλτα.
Ο Καράβας μας εισάγει στα ζοφερά υλικά με τα οποία κατασκευάστηκε η ηρωική εικόνα ενός αγώνα που ανέλαβε να επανορθώσει την κλονισμένη από τον πόλεμο του 1897 εθνική συνείδηση πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους.
Ένας στρατηγός διηγείται στη Δέλτα τα κατορθώματά του:
Ο άνθρωπος (Ο Γκέκας) δεν ήταν κατάσκοπος, αυτό φαίνονταν με την πρώτη ματιά. Ήταν ο κακομοίρης και φρεσκοξυρισμένος. Μα και μεις φοβόμασταν (μη μας προδώσει). Τον είχαμε λοιπόν δεμένο και τον φοβέριζαν τα παιδιά, που είχαν κυριολεκτικά αγριέψει. Γιατί άμα πιάνανε κανέναν αιχμάλωτο, τον αφήναμε πολλές φορές να τρέχει και τον κυνηγούσαν τα παιδιά με τα μαχαίρια, και τον τρυπούσαν, για να αγριεύουν περισσότερο.
Τον είχαμε κι αυτόν τέσσερις πέντε μέρες κι από την αγωνία ο δυστυχισμένος είχε σουρώσει. Εγώ τον λυπόμουν και του έδινα λίγο φαγί κι’ ερχόταν κοντά μου σα σκυλί. Μα τι τον κάνομε; Αποφασίσαμε να τον σκοτώσομε, για να μη βασανίζεται περισσότερο. Του είπαμε λοιπόν πως θα τον βγάλομε έξω. Του δέσαμε τα μάτια και τον πήγαμε σε ένα πάτωμα χωρίς καλύβα, όπου είχαμε ανοίξει και τον λάκκο του. Τον έβαλα και κάθησε εκεί, με δεμένα πάντα τα μάτια, και του έρριξα μόνος μου ακουμπητά, δυο σφαίρες ντουμ-ντουμ. Έπειτα του ανοίξαμε με το μαχαίρι το στήθος για να ιδούμε τι ζημιές κάνουν οι σφαίρες ντουμ-ντουμ. Τον είχαν καταστρέψει όλο. Εγώ του είχα δώσει κι ένα δυο λίρες για να τον παρηγορήσω, μα έπειτα του πήρα όλο το κεμέρι του. (σ. 99)
Ένας άλλος Μακεδονομάχος, ο Γ. Τσόντος Βάρδας, γράφει για κάποιον που είχε προσχωρήσει στις τάξεις των ελληνικών ένοπλων σωμάτων, αλλά για να αποδείξει την αφοσίωσή του τού επιβλήθηκε
να φονεύση πρωτίστως εις το χωρίον του Ζέλοβον και γυναίκας ακόμη των συγχωριανών του κομιτών (κομιτατζήδων) και των βουλγαριζόντων.
Ο υπεύθυνος για τον συντονισμό των αντάρτικων σωμάτων στο ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου δίνει οδηγίες για το πώς θα μεταστραφεί ένα χωριό:
«Θα ρίξωμεν εις αυτό 5-6 μισθούς δια ν’ αρχίση η διαίρεσις. Και την άνοιξιν, αν φύγη ο στρατός, με 3-4 φόνους, θα γίνη ασφαλώς ιδικόν μας».
Τα παιδιά δεν βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Η ομηρία τους γίνεται μέσο εκβιασμού των γονέων τους. Αφού αρπάζονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε πόλεις του ελληνικού βασιλείου,
Ου μόνον εξελληνίζονται εντελώς, αλλά τινές χρησιμεύωσιν ως όμηροι διά την εν τη ορθοδοξία παραμονήν τών πολλάκις κλυδωνιζομένων ένεκα διαφόρων λόγων γονέων αυτών.
Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος πληροφορημένος αναγνώστης, σε μια εποχή, όπως εκείνη των αρχών του 20ού αιώνα, στην οποία τα εθνικά κράτη διεκδικούσαν τον χώρο ανάπτυξής τους, το ένα σε βάρος του άλλου προσπαθώντας να πειθαναγκάσουν τους πληθυσμούς να προσχωρήσουν στη μία ή στην άλλη εθνικότητα, εκφοβίζοντας, διώχνοντας ή σκοτώνοντας όσους είχαν επιλέξει νομιμοφροσύνη σε αντίπαλα έθνη; Κάπως έτσι, η Μακεδονία, η Βόρεια Ήπειρος και η νότια Αλβανία, η Δοβρουτσά, η Θράκη, ο Πόντος και η Μικρά Ασία δεν έγιναν κοιλάδες δακρύων στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα; Μήπως αυτό, δηλαδή η μαζική βία εναντίον των αμάχων, δεν στάθηκε το κύριο χαρακτηριστικό των Βαλκανικών πολέμων και του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου στα Βαλκάνια; Στους πληροφορημένους άλλωστε αυτά ήταν γνωστά, ήδη από το Έκθεση Carnegie του 1914,2 μια επιτόπια έρευνα για τη βία εναντίον των αμάχων στους πολέμους του 1912-13. Γνωστά βέβαια, αλλά η έρευνα αποδεικνύει ότι η βία ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο Καράβας αναφέρεται στον πλήρη αφανισμό της πόλης του Κιλκίς από το ελληνικό στράτευμα, αλλά και στις συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων πληθυσμών υπό ελληνική διοίκηση τα επόμενα χρόνια. Τα άλυτα μειονοτικά θέματα ήταν αυτά που διαπλέχτηκαν άλλωστε με τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο στα 1940-50.
Το ζήτημα είναι αν τώρα αναγνωρίζουμε όλα αυτά ως εκείνο που υπήρξαν ή εξακολουθούμε να τα ωραιοποιούμε (κάτι το οποίο έγινε στη διάρκεια των χρόνων γύρω από τη μακεδονική διαμάχη της δεκαετίας του ’90 και εξακολουθεί να γίνεται στη Βόρεια Ελλάδα όπου υπάρχει και Μουσείο «Μακεδονικού Αγώνα») ή αν, ακόμη κι αν δεν συμμεριζόμαστε την ωραιοποιημένη εκδοχή του, το αποσιωπούμε. Εξακολουθούμε να μιλάμε για την ιστορία ως «αυτογνωσία», αλλά αυτογνωσία είναι να φέρνεις στη Γερμανία τη συζήτηση για το Ολοκαύτωμα, στην Αμερική για το καθεστώς δουλείας των μαύρων, στη Γαλλία για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας, στην Ιαπωνία για τα εγκλήματα εναντίον της Μαντζουρίας, στην Αυστραλία για την εξόντωση των Αβορίγινων, στη Λατινική Αμερική για την καταστροφή των αυτόχθονων πληθυσμών και των πολιτισμών τους. Αντίθετα εδώ, στην Ελλάδα, η συζήτηση περί αυτογνωσίας αφορά τους άλλους, και γιατί δεν αναγνωρίζουν τα εγκλήματα εναντίον μας.
Και αν η ιστοριογραφία, καθώς και η κριτική φιλολογία, τα τελευταία χρόνια διήνυσαν αρκετό δρόμο, τι συμβαίνει με την εκπαίδευση και τη δημόσια ιστορία; Κι ακόμη παραπέρα: για πόσον καιρό ακόμη η λογοτεχνία θα μένει στο απυρόβλητο ως η αθώα υψηλή τέχνη; Για πόσον καιρό ακόμη η Πηνελόπη Δέλτα θα παραμένει η «αγαπημένη συγγραφέας των παιδικών μας χρόνων»; Μαντεύω τις αντιδράσεις: μα οι μεγάλοι συγγραφείς είναι αντιφατικές προσωπικότητες, μα η Δέλτα έχει γράψει και άλλα έργα τα οποία είναι πράγματι κριτικά στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής της, μα ό,τι αναγνωρίζουμε σήμερα ως έγκλημα, δεν το αναγνώριζαν την εποχή εκείνη, και στο κάτω κάτω η «πολιτική ορθότητα» δεν είναι κριτήριο για την αποτίμηση των συγγραφέων και των έργων τους. Σύμφωνοι. Αλλά όλα αυτά τα «μα», όλες αυτές οι ενστάσεις δείχνουν ότι δεν έχουμε ξεκόψει από τον κόσμο εκείνης της εποχής, τους δισταγμούς αναψηλάφησης της ιστορίας μας. Δεν φτάνει η αναψηλάφηση αυτή να περνά μόνο από τις διατριβές και τα επιστημονικά περιοδικά. Πρέπει να γίνει μέρος της δημόσιας ιστορίας, της δημόσιας συζήτησης. Να χαρτογραφήσει ξανά το παρελθόν.”
Ο κ. Λιάκος με πολλή μαεστρία παρομοιάζει τις σφαγές που γίνονται στη Συρία, στο Ιράκ με αυτές που έγιναν στη Μακεδονία κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα! Επίσης, ταυτίζει τον Μακεδονομάχο ήρωα Σπυρομήλιο με τους “φανατικούς εξτρεμιστές του Ισλάμ”, όπως γράφει!
Δεν καταλαβαίνει ότι συγκρίνει ανόμοια πράγματα; Οι υπερασπιστές της ελληνικότατης Μακεδονίας αγωνίστηκαν για το προφανές. Την απελευθέρωση της από τον τουρκικό ζυγό αλλά και την σλαβική απειλή. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι σαν καθηγητής Ιστορίας ο κύριος Λιάκος τα γνωρίζει όλα αυτά. Όπως επίσης θα γνωρίζει ότι στον πόλεμο (πόσο μάλλον στον απελευθερωτικό) συμβαίνουν και ακραίες καταστάσεις. Δεν είδαμε φερ ειπείν, ποτέ από τον εν λόγω ιστορικό την ίδια ευαισθησία, για τις σφαγές των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία, όπως και τα εγκλήματα του Άρη Βελουχιώτη στη Πελοπόννησο το φθινόπωρο του 1944. Και εκεί συνέβησαν “ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων” αμάχων, γυναικόπαιδων και εμβρύων. Αλλά ξέχασα… η αυθεντία του “ακαδημαϊκού” κατεστημένου στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης κρίνει με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Κάτι ανάλογο είχε επιχειρήσει ο κ. Λιάκος και παλαιότερα. Στα “Νέα” της 28-29 Αυγούστου 2004, είχε γράψει ένα άρθρο με αφορμή μια μελέτη του Χάγκεν Φλάισερ για την περίοδο 1941-1944. Χαρακτηριστικά ανέφερε: ” […] Πρόκειται για το έργο που θεμελιώνει την Ιστοριογραφία της περιόδου αυτής. Την δεκαετία του 1990 σημειώθηκε στροφή από την Ιστορία των γεγονότων, στην Ιστορία της καθημερινής εμπειρίας της κατοχής. Η στροφή είναι έκδηλη στις μελέτες του Μάρκ Μαζάουερ, του Γιώργου Μαργαρίτη, της Ρίκης Βαν Μπουσχότεν, του Άγγελου Αυγουστίδη, της Τασούλας Δερβενιώτη κ.α. Ιδιαίτερα η Μπουσχότεν χρησιμοποιώντας την προφορική ιστορία και την επιτόπιο έρευνα… της κοινωνικής ανθρωπολογίας, εξετάζει την εμπειρία της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου, στους κατοίκους ενός ορεινού χωριού”. Μέχρι τώρα γνώριζα ότι η Ιστορία βασίζεται στις πηγές, στα γεγονότα, στα πεδία των μαχών, στους πρωταγωνιστές… Δεν υπολόγισα ο δύσμοιρος ότι οι αναθεωρητές θα άλλαζαν την ιστορία της Επανάστασης του 1821, την ιστορία του Μακεδονικού αγώνα, της Εθνικής Αντίστασης κλπ., βασιζόμενοι σε “στροφές” προς την “προφορική ιστορία” (άραγε ποιών;) και στην “κοινωνική ανθρωπολογία”.
Είναι ξεκάθαρες πλέον οι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται  για την αποδόμηση της Ιστορίας μας. Μελέτες πολυδιαφημισμένες της “αναθεωρητικής λογικής” και της “ψύχραιμης ματιάς” προσπαθούν να επιβάλουν απόψεις και γνώμες στρατευμένων σαν αντικειμενική αλήθεια. Δικαίωμά τους, αλλά και δικαίωμά μας να αντιδρούμε σε εθνομηδενιστικές λογικές που μόνο συμφέροντα τρίτων ικανοποιούν…