Skip to content

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, τα “καπάκια” και το άδοξο τέλος

 

 

 

Οδυσσέας Ανδρούτσος, Adam de Friedel, 1830, “The Greeks”.

 

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

 

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος υπήρξε από τους μεγαλύτερους οπλαρχηγούς της Εθνεγερσίας των Ελλήνων κατά των Οθωμανών το 1821. Καταγόταν από εξίσου ηρωικούς προγόνους. Πατέρας του ήταν ο Ανδρέας Βαρούσης, ο οποίος από την ηλικία των 17 χρονών ανέβηκε στο βουνό του Παρνασσού, εξαιτίας της καταπίεσης του Τούρκου Αγά της Αταλάντης. Αργότερα, θα διακριθεί ακόμη περισσότερο όταν θα συνεργαστεί με τον θρυλικό Λάμπρο Κατσώνη και θα λάβει μέρος στις ναυμαχίες της Τενέδου, της Άνδρου και της Κέας. Εξαιτίας αυτών των ανδραγαθημάτων, ο Ανδρέας έγινε Αντριάς, Αντρίκος, Ανδρίτσος και εν τέλει Ανδρούτσος. Με αυτό το επώνυμο θα γίνει γνωστός και ο γιος του, ο θρυλικός Δυσσέας, που γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1790.

Γαλουχήθηκε στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Ως εκ τούτου, είναι στην κατηγορία των «αληπασαλήδων» οπλαρχηγών, δηλαδή των οπλαρχηγών που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά τους επηρεασμένοι από το περιβάλλον της αυλής του πασά των Ιωαννίνων. Έτσι, ήταν καχύποπτος σε μεγάλο βαθμό για τις προθέσεις των άλλων. Υπερβολικά σκληρός, ατρόμητος και θαρραλέος πολεμιστής. Αρχικά, εντάχθηκε στους τσοχανταραίους, την ιδιαίτερη φρουρά του Αλή ενώ σύντομα κατάφερε να προαχθεί σε τσαρκατζή, δηλαδή σε μέλος της σωματοφυλακής του Πασά. Πέρα όμως από την σωματική και στρατηγική του εκπαίδευση ο Οδυσσέας μορφώθηκε μέσα στο κάστρο. Έμαθε την ιταλική και τα αρβανίτικα. Σταδιακά, δεν ήταν έτοιμος μόνο για πόλεμο αλλά και για ηγετική διοικητική θέση.

Τον έχρισε λοιπόν ο Αλή πασάς αρματολό της Λιβαδειάς το 1816. Καθηκοντά του ήταν η είσπραξη των φόρων για τον πασά των Ιωαννίνων και η απαλλαγή της περιοχής του από τη δράση των κλεφτών. Τα επόμενα χρόνια όμως ο Αλή πασάς θα συγκρουστεί με τον Σουλτάνο και θα κηρυχθεί φιρμανλής, δηλαδή προδότης και αποστάτης της Πύλης. Ο Οδυσσέας θα χάσει το στήριγμά του και θα καταφύγει στην Ιθάκη. Θα επανέλθει στο προσκήνιο μετά την σύλληψη και τον θάνατο του φίλου του Αθανάσιου Διάκου στην Αλαμάνα.

Ο Ανδρούτσος θα φτάσει στη Γραβιά στις 3 Μαΐου 1821. Εκεί του είχε ζητήσει να βρεθούν ο πρώην αληπασαλής Ομέρ Βρυώνης, για να τον προσεταιρισθεί. Ο Δυσσέας του έδωσε την εντύπωση ότι θα συζητούσε μαζί του όπως τον παλιό καιρό. Όταν όμως έφτασε ο Βρυώνης με τους άντρες του η αντιμετώπιση ήταν διαφορετική. Ο έφιππος δερβίσης απεσταλμένος του Βρυώνη παρουσιάστηκε μπροστά στον Ανδρούτσο.

  • Νέρεγιε Γκιντέρσιν; (Που πας;) ρώτησε ο Οδυσσέας.
  • Σάλωνα για γκιντέριμ. (Πάω κατά τα Σάλωνα) απάντησε ο δερβίσης.

Αφού το έβρισε ο Οδυσσέας τράβηξε το όπλο του και πυροβόλησε τον δερβίση στο κεφάλι. Η συμβολική αυτή ενέργεια έδειχνε πως οι δεσμοί με τους αληπασαλήδες είχαν κοπεί. Ο Οδυσσέας της Γραβιάς ήταν ο Οδυσσέας της Επανάστασης. Η μάχη της Γραβιάς έσωσε την Επανάσταση και έκλεισε το δρόμο προς τον Ισθμό στους Τουρκαλβανούς. Αν δεν ήταν ο Οδυσσέας με τους άντρες του στη Γραβιά, η ιστορία αλλά και η εξέλιξη της Επανάστασης θα ήταν εντελώς διαφορετική σήμερα.

Μετά την Γραβιά ο Οδυσσέας γίνεται θρύλος. Ωστόσο, υπήρχαν και αυτοί που ενοχλήθηκαν από τη δόξα του. Οι πολιτικοί με τον Μαυροκορδάτο και τον Κωλέττη πρώτους, δεν έπαψαν να ζητούν το κεφάλι του. Ο Ανδρούτσος συνήθιζε να λέει για τους πολιτικούς σε συναγωνιστές του: «Αυτοί οι καλαμαράδες θα μας φαν το κεφάλι μια μέρα». Αφορμή και δικαιολογία για την εκδίωξη του Ανδρούτσου αποτέλεσαν τα περίφημα «καπάκια». Αποτελούσαν στρατηγήματα μεταξύ δύο εμπόλεμων, σιωπηλές συμφωνίες που οδηγούσαν σε ανακωχές και εκεχειρίες με σκοπό αφενός να γλιτώσει ο άμαχος πληθυσμός τα αντίποινα και αφετέρου να κερδίσουν χρόνο οι δύο αντίπαλες πλευρές, ώστε να προετοιμαστούν για μελλοντικές επιχειρήσεις.

Κατά την διάρκεια της Επανάστασης, οι οπλαρχηγοί κατά περιόδους δεν δίσταζαν να κάνουν «καπάκια» με τους Τούρκους για τους λόγους που αναφέραμε. Ο Μαυροκορδάτος και λοιποί πολιτικοί της Διοικήσεως, δεν δίστασαν ψευδώς να κατηγορήσουν οπλαρχηγούς και πολέμαρχους της Επανάστασης, όπως τον Ανδρούτσο, τον Καραϊσκάκη κλπ, για συνεργασία με τον εχθρό. Τον Ανδρούτσο μάλιστα τον αποκαλούσαν «Τουρκοδυσσέα».

“Με ηνάγκασαν οι αντίπαλοί μου οι οποίοι πυρετικώς μ’ επολεμούσαν τον πρότερον χρόνον. Με συκοφαντίες, περιφρόνησιν, υποτίμησιν της αξίας μου, διαμάχες πολλές. Ποτές μου δεν έπαυσα να μεθοδεύω κόλπα πρωτότυπα ή να μετέρχομαι παλαιά στρατιωτικά και διπλωματικά τεχνάσματα διά να εξαπατήσω Τούρκους και Αρβανίτες. Δεν τα εννοούν εκείνοι οι λόγιοι τα καπάκια. Εμείς τα εσπουδάσαμε κοντά εις τον Αλή, εις την αυλήν του, το πως θα παριστούμε ότι υποτασσόμεθα εις τον Οσμανλή ή ότι κάνουμε ανακωχήν, όμως έχοντας άλλα σχέδια εν κρυπτώ. Να πολεμήσωμε το Σουλτανάτο. Να κατεξολοθρεύσωμεν τον Τύρρανον.

Δαιμονισμένος ήμουν υπέρ της Πατρίδος. Επεχείρησα όλα τούτα, διά τους τύπους, κατά τη συνήθειάν μου, να συνάψω νέες συμφωνίες και νέα καπάκια με τον Τούρκο, όχι να προδώσω τον Αγώνα, μάρτυς μου ο Θεός, αλλά να στριμώξω την Κυβέρνησιν, τον Κωλέττη όπού μ’ εκαταδίωκε να με χαλάση. Εσκόπευαν να με παραμερίσουν, να με απομονώσουν, να με συντρίψουν. Οι κυβερνητικοί συνωμοτούντεςμ’ εχαρακτήρισαν προδότη και μ’ εδυσφήμισαν εις τους πατριώτας. Δεν επροσκύνησα. Αντιφρονών προς εκείνους είμαι, όχι εχθρός μηδέ του Γένους, μηδέ του Έθνους”

Απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη, «Ολίγη μπέσα ωρέ μπράτιμε!». Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2019.

Το σχέδιο των «καλαμαράδων» για την παγίδα στον Ανδρούτσο εφαρμόστηκε στην Εύβοια. Όταν κατέφθασε εκεί ο Οδυσσέας, τον Ιανουάριο του 1822, για να αναλάβει την πολιορκία της Καρύστου, ο ντόπιος πληθυσμός ενθουσιάστηκε. Αν και ο βαρύς χειμώνας δυσκόλευε τον ανεφοδιασμό των δυνάμεών του, ο Ανδρούτσος με τις δυνάμεις του ξεκίνησε την πολιορκία, αφού προηγουμένως έστειλε επιστολή στον Ομέρ μπέη που του ζητούσε ανεπιτυχώς την παράδοση του φρουρίου. Οι Τούρκοι άντεξαν την πολιορκία αλλά ο Ανδρούτσος ξαφνικά αποφασίζει να εγκαταλείψει την μάχη και να λύσει την πολιορκία. Τι είχε συμβεί;

Η Διοίκηση και ο Άρειος Πάγος είχαν διατάξει τον Ανδρούτσο να αποχωρήσει για να πετύχει μέσω της πολιτικής προπαγάνδας να περιορίσει τη στρατιωτική του αίγλη ακόμα και να αφήσει να αιωρούνται οι κατηγορίες περί συνεργασίας του με τον εχθρό. Το σχέδιό τους ήταν να γυρίσουν εναντίον του ότι αποφάσιζε ο ίδιος να πράξει. Αν ήταν υπάκουος στη διαταγή θα τον κατηγορούσαν για εγκατάλειψη θέσης και μάχης, αν πάλι δεν υπάκουε θα κατηγορούνταν για απειθαρχία!

Απόδειξη για τον ρόλο της Διοικήσεως αποτελεί το γράμμα απάντησης του Ανδρούτσου στην διαταγή τους για υποχώρηση:

Αρεοπαγίται προσκυνώ.

Κατά την προσταγήν σας δεν έλειψα αμέσως αφ’ ου έλαβα το έξοχον γράμμα σας και ερίχθηκα εις το εδώθε μέρος. Εμποδίσθηκα όμως εδώ εξ αιτίας του καιρού οπού δεν επέρασαν όλοι οι άνθρωποικαι τους προσμένω κατ’ αυτάς. Αν όμως και είναι καμμία ανάγκη, γράψετε μου διά να προφθάσω αμέσως, χωρίς αργοπορίαν, και είμαι έτοιμος εις την προσταγήν σας. Μένω.

1822, Φεβρουαρίου 15, Ορδί Καπανδρίτι.

 

 

Στα τέλη Μαρτίου ο Οδυσσέας συναντήθηκε με άλλους οπλαρχηγούς για να οργανώσουν τις επιχειρήσεις κατά των δυνάμεων του Δράμαλη με σκοπό αφενός τη φθορά των δυνάμεών του και αφετέρου την επιβράδυνση της πορείας του. Τον Απρίλιο ο Οδυσσέας αναλαμβάνει να πολιορκήσει τους Τούρκους στη Στυλίδα και στην Αγία Μαρίνα. Επί δύο εβδομάδες 4.000 Έλληνες υπό την διοίκηση του Ανδρούτσου, του Νικηταρά και του Υψηλάντη κατόρθωσαν να κρατήσουν 18.000 Τούρκους. Αυτές τις δύο εβδομάδες, ο Ανδρούτσος ζητούσε συνεχώς από τον Άρειο Πάγο ενισχύσεις σε τρόφιμα, εφόδια και οπλισμό ώστε να κρατήσουν ακόμα περισσότερο. Από τους πολιτικούς ωστόσο όχι μόνο δεν στάλθηκαν αυτά αλλά δεν δόθηκε καν απάντηση. Οι αρεοπαγίτες ενδιαφέρονταν μόνο για την αποτυχία των ελληνικών δυνάμεων ώστε να αμαυρώσουν ακόμη περισσότερο τον Ανδρούτσο. Για τον λόγο αυτό, ζητούσαν από τον Οδυσσέα να αποχωρήσει όχι δια θαλάσσης αλλά μέσω στεριάς, ενέργεια που αποτελούσε πράξη αυτοκτονίας καθώς θα εξουδετερώνονταν από τους Τούρκους! Όπως έγραψε ο Μακρυγιάννης: «Είχαν πάθος με τον Δυσσέα κι αποφάσιζαν οι καλοί πατριώτες διά την ιδιαιτέραν τους διχόνοιαν με ένα άτομο, να χαθούνε τρεις χιλιάδες στράτευμα περίπου».

Μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων του δια θαλάσσης οι αρεοπαγίτες προσπάθησαν να μειώσουν τον Οδυσσέα και τους λοιπούς στρατιωτικούς με το να υποτιμούν τους ανώτερους και να προωθούν τους κατώτερους σε τίτλους και αξιώματα. Έτσι απέδωσαν στον Οδυσσέα το αξίωμα του …χιλίαρχου. Η προσβολή αυτή δεν έμεινε αναπάντητη από τον ίδιο: «[…] όσες αντενέργειες μου κάμετε και σκέδια εναντίον μου, δια να χαθώ κι εγώ, να χαθή κι όλο το στράτευμα εξ αιτίας μου, μου είναι γνωστά…». Η ρήξη πλέον ήταν οριστική. Η κυβέρνηση θα επικηρύξει τον Οδυσσέα με 5.000 γρόσια ενώ ο υπουργός Θρησκευμάτων, επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ θα τον αφορίσει τον ίδιο και όσους τον ακολουθούσαν.

Ο Ανδρούτσος απομονωμένος θα βρει καταφύγιο στη Βελίτσα, σημερινή Τιθορέα. Από εκεί θα κάνει καπάκι με τον εχθρό που θα οδηγήσει στην αποσκίρτηση 6.000 Αλβανών από τον στρατό του Δράμαλη, ενώ ο τελευταίος ετοίμαζε εκστρατεία κατά της Πελοποννήσου. Το καπάκι αυτό ισοδυναμούσε με τεράστια νίκη για τον Αγώνα και οδήγησε στην αμνήστευση του Ανδρούτσου. Για μια ακόμη φορά τα γεγονότα ανέτρεπαν τα σχέδια των αεροπαγιτών. Απόρροια των εξελίξεων αυτών ήταν να αναλάβει ο Ανδρούτσος το αξίωμα του φρούραρχου της Αθήνας και του αρχιστράτηγου της Ανατολικής Ελλάδας. Η αμνήστευση όμως δεν θα κρατήσει για πολύ.

Η αποτυχία στη μάχη στο Δαδί θα οδηγήσει τα σώματα του Ανδρούτσου να σκορπίσουν. Ο Οδυσσέας θα αναγκαστεί να κάνει ψευτοκάπακο με τον εχθρό λέγοντας πως υπόσχεται να πείσει τους οπλαρχηγούς να δηλώσουν υποταγή με αντάλλαγμα να παρέμενε αρματολός της Ρούμελης ο ίδιος. Οι λοιποί οπλαρχηγοί γνωρίζουν πως αποσκοπεί στο να καθυστερήσει τους Τούρκους αλλά ο Άρειος Πάγος δεν χάνει ευκαιρία να κατηγορήσει τον Οδυσσέα πως τούρκεψε. Ο Κωλέττης θα τον αποκαλέσει «εχθρό της πατρίδος». Ο ίδιος δεν θα διστάσει να οργανώσει τρεις δολοφονικές απόπειρες κατά του Ανδρούτσου που όμως απέτυχαν. Κατόρθωσαν όμως να αναθέσουν την εκστρατεία της Πελοποννήσου στον Γκούρα, ενέργεια που θα σημάνει την αρχή της καταδίωξης του Δυσσέα.

Γνωρίζοντας το μέλλον ο Ανδρούτσος οργανώνεται στην Μαυρότρουπα, μεγάλη σπηλιά της Τιθορέας. Την περιγραφή του εκπληκτικού καταφύγιου του Ανδρούτσου δίνει ο Κωστής Παπαγιώργης στο έργο του «Τα καπάκια», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2014, σ. 259:

«Για να φτάσει κανείς στην είσοδο της Σπηλιάς, έπρεπε να αναρριχηθεί σε ξύλινες σκάλες μανταλωμένες στα βράχια. Ύψους σαράντα περίπου πόδια, η πρώτη σκάλα ήταν κάθετη, ενώ η δεύτερη σχημάτιζε γωνία και οδηγούσε σε μία τρίτη σκάλα στηριγμένη σε γείσωμα. Κατόπιν υπήρχε μια καταπακτή, που όταν έβγαιναν οι αμπάρες, οδηγούσε σε μια θολωτή κάμαρα με τουφεκίστρες. Έξω από την κάμαρα υπήρχε ταράτσα με προμαχώνα και ανοίγματα για κανόνια. Το ύψος της Σπηλιάς έφτανε τα τριάντα πόδια και πάλι με σκαλοπάτια έφτανες σε ένα άλλο δώμα από συμπαγή πέτρα. Υπήρχαν ακόμα πολλές μικρότερες καμάρες που συνδέονταν με στοά. Μία από αυτές είχε μετατραπεί σε παρεκκλήσι. Σημειωτέον ότι η Σπηλιά διέθετε δικό της νερό από μία κρυφή φλέβα του βουνού, οπότε αν αποσύρονταν οι σκάλες, μετατρέπονταν σε απάτητο φρούριο. Το ύψος της εισόδου από τη γη έφτανε περίπου τα διακόσια μέτρα. Στα χρονικά της Επαναστάσεως δεν υπάρχει άλλη περίπτωση οπλαρχηγού που να είχε κατασκευάσει ένα παρόμοιο καταφύγιο».

 

Η σπηλιά του Ανδρούτσου.

Ο Ανδρούτσος ήξερε τι σχεδίαζαν οι αρεοπαγίτες για τον ίδιο αλλά η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη την ίδια εποχή θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την έμφυτη καχυποψία του. Για να γεμίσει με φόβο τους πολιτικούς έρχεται σε επαφή με τους Τούρκους και συγκεκριμένα με τον Ομέρ πασά του Ευρίπου. Δηλώνει υποταγή με αντάλλαγμα να αναλάβει ο ίδιος το καπετανάτο του Ευρίπου. Στη συνάντησή τους με τον Ομέρ ο τελευταίος θα τον αποκαλέσει «Τεστήρ μουκερέμ Ρούμελη Βαλεσή». Ο Μαυροκορδάτος στέλνει τον Γκούρα να συλλάβει τον Ανδρούτσο για να δικαστεί. Η κυβέρνηση δεν θα χάνει ευκαιρία να κατηγορεί και να προπαγανδίζει την «προδοσία του Τουρκοδυσσέα». Στη μάχη στο μοναστήρι της Βελιβούς οι «τουρκαντάρτες» θα σκορπίσουν και ο Οδυσσέας έχει να επιλέξει είτε να παραδοθεί στους Τούρκους είτε στον Γκούρα και στην κυβέρνηση. Μετά από συμφωνία με τον Νικόλαο Γκριτζιώτη εγκαταλείπει κρυφά τους ντελήδες και παραδίνεται στις δυνάμεις του Γκούρα, με τον όρο να περάσει από δίκη, ώστε να αποδειχθεί η αθωότητά του.

Φτάνοντας στην Αθήνα ο Ανδρούτσος δέσμιος θα δεχθεί τις ύβρεις και τα ραπίσματα του όχλου που γαλουχημένος από την προπαγάνδα των «καλαμαράδων» τον θεωρούσε προδότη. Θα φυλακιστεί στον φράγκικο πύργο της Ακρόπολης, γνωστό ως Γουλά. Οι κυβερνητικοί και τα όργανά τους όμως δεν είχαν σκοπό να δικάσουν τον ήρωα της Γραβιάς. Ο Γκούρας, ηρωικός οπλαρχηγός της Επανάστασης και αυτός αλλά πλέον όργανο των πολιτικών έλαβε χρυσές λίρες από τον Κωλέττη, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη για να δολοφονήσει τον παλιόφιλό του. Η εντολή του δόθηκε στον αντιφρούραρχο Μαμούρη, έμπιστο του Γκούρα, με την εξής μορφή: «να φροντίσης να πωλήσης το λάδι, διότι εάν μείνη απούλητον η τιμή θα ελαττωθή μεγάλως και θα χαθή».

Ξημερώματα 5ης Ιουνίου 1825, η κουστωδία του Μαμούρη αποτελούνταν από τρεις άντρες, τους Μπαλαούλια, Παπακώστα Τζαμάλα και Τριανταφυλλίνα που κατάγονταν από τα Σάλωνα. Εμφανίστηκαν στον σκοπό που εκείνη τη βραδιά ήταν ο Κώστας Καλατζής από τη Λιβαδειά. Ο Μαμούρης του ζήτησε να πάει για ύπνο και σκοπός θα αναλάμβανε ο Μπαλαούλιας. Ο Καλατζής υπάκουσε αλλά καθώς έφευγε κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα για να δει τι θα επακολουθούσε. Χάρη σ΄αυτόν γνωρίζουμε τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στον βασανισμό και στον πνιγμό του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Μπαίνοντας μέσα στο κελί του Οδυσσέα, ο τελευταίος τους είπε: «Ορέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε εσάς εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε με λύνετε τ’ όνα μ’ χέρι να σας δείξω ποιος είμαι εγώ και πως με λένε. Αυτές εδώ τις σαπιοκοιλιές δεν τις συμμερίζομαι, μα συ ρε Γιάννη γιατί;», απευθυνόμενος στον Μαμούρη. Ο Ανδρούτσος ήταν τρομερά χειροδύναμος, τόσο που αν και δεμένος δεν ήταν έυκολος αντίπαλος για τέσσερις μάχιμους άνδρες. Ακολούθησε πάλη και πάνω σ΄αυτή ο Τριανταφυλλίνας προσπάθησε ανεπιτυχώς να πνίξει τον Ανδρούτσο. Ο τελευταίος κόβει με το στόμα του τα δύο δάχτυλα του Τριανταφυλλίνα. Για να τον εξουδετερώσουν τον χτύπησαν με τσεκούρι στο σβέρκο αλλά και πάλι δεν το κατάφεραν. Με την πάλη κατόρθωσε ο Τριανταφυλλίνας να αρπάξει τα γεννητικά του όργανα και να τα στρίψει μέχρι να λιποθυμήσει ο Οδυσσέας. Τότε και μόνο κατόρθωσαν να τον πνίξουν. Ακολούθως, πέταξαν το σώμα του από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, το οποίο διαμελίστηκε, και επίσημα είπαν ότι προσπάθησε να αποδράσει.

Η επίσημη ιατρική έκθεση –που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ στην πραγματικότητα- του Ιταλού γιατρού Καίσαρα Βιτάλη, κατά παραγγελία των ηθικών και φυσικών αυτουργών της δολοφονίας του Οδυσσέως, ανέφερε πως ο «κακούργος προδότης της πατρίδος» έχασε τη ζωή του από την πτώση. Ο Μαμούρης και οι υπόλοιποι δολοφόνοι, αν και φτωχοί μέχρι τότε, μετά τη δολοφονία του Ανδρούτσου απέκτησαν χιλιάδες στρέμματα εύφορης γης. Ενώ ο Γκούρας δεκαπέντε μήνες μετά τη δολοφονία του Ανδρούτσου, στις 30 Σεπτεμβρίου 1826, ενώ επιθεωρούσε τους σκοπούς της Ακρόπολης δέχθηκε ένα βόλι στο κεφάλι και πέθανε ακαριαία. Μέχρι τότε είχε ασταμάτητες τύψεις και μονολογούσε συνεχώς «με παρέσυραν σ’ αυτή την δουλειά».

 

Πηγές:

Κωστής Παπαγιώργης, Τα καπάκια, Καστανιώτης, Αθήνα 2014.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Ακαδημία Αθηνών, Η Ελληνική Επανάσταση 1821 για τα διακόσια χρόνια, τόμος Β’, ειδική έκδοση Παραπολιτικών.

Θωμάς Κοροβίνης, «Ολίγη μπέσα ωρέ μπράτιμε!». Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2019.

Τατιάνα Μενελαίδου, Οδυσσέας Ανδρούτσος, μεταπτυχιακή εργασία, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 2013.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: