Skip to content

27 Απριλίου 1941: Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

Η αρχή της γερμανικής επίθεσης λαμβάνει χώρα την 6η Απριλίου 1941. Τα γερμανικά στρατεύματα εισέρχονται στα ελληνικά εδάφη μέσω Βουλγαρίας και την 9η Απριλίου καταλαμβάνουν την Θεσσαλονίκη. Την επομένη ο διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, στρατηγός Κωνσταντίνος Μπακόπουλος, με την έγκριση του αρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου, συνθηκολογεί με τους Γερμανούς. Με την κήρυξη του πολέμου ακολούθησαν διαγγέλματα από τον Βασιλέα Γεώργιο Β’, τον αρχιστράτηγο Παπάγο και τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο προς τον Ελληνικό λαό, Στρατό και Κλήρο.

Με την έναρξη της γερμανικής επιθέσεως ξεκίνησε άμεσα σύσκεψη στα Ανάκτορα Τατοΐου, στην οποία συμμετείχαν πέρα από τον Γεώργιο Β’ και τον Παπάγο, εκπρόσωποι της σύμμαχης χώρας Μεγάλης Βρετανίας, όπως ο Πρέσβης της στην Αθήνα Πάλαιρετ, ο στρατηγός Ουίλσον, ο ναύαρχος Τερλ, ο πτέραρχος Ντ’ Αλμπιάκ και από την 19ην Απριλίου ο αρχιστράτηγος των Βρετανικών Στρατευμάτων Μέσης Ανατολής, στρατηγός Ουέϊβελλ. Την ημέρα αυτή αποφασίσθηκε πως οι ελληνικές δυνάμεις θα συνέχιζαν τον αγώνα τουλάχιστον μέχρι να εξασφαλιστεί η ασφαλής αποχώρηση των συμμαχικών βρετανικών στρατευμάτων από τη χώρα μας.

Αποφράδα ημέρα, μαύρη στιγμή. Η ναζιστική σημαία στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης.

Ωστόσο μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά και μέχρι τον Απρίλιο του 1941, ξεκίνησε μια ολοένα αυξανόμενη «φιλελληνική» προπαγάνδα από την γερμανική πλευρά που υποτίθεται ότι αναγνώριζε τις νίκες του Ελληνικού Στρατού έναντι της Ιταλίας του Μουσολίνι και σχεδίαζε την μεγέθυνση της χώρας με τον όρο να μην επιτραπεί στους Βρετανούς η εγκατάσταση στρατευμάτων τους στη Βόρεια Ελλάδα. Η προπαγάνδα αυτή επηρέασε και μέρος του Στρατεύματος, από τα μέσα Απριλίου άλλωστε υπήρξαν αναφορές των Ανωτέρων Διοικήσεων της Στρατιάς Ηπείρου προς την Κυβέρνηση και τον διοίκηση του Στρατού που ζητούσε κατάπαυση των εχθροπραξιών.

Έτσι, με δική του πρωτοβουλία, ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου συμφώνησε για ανακωχή με την γερμανική πλευρά. Στις 21 Απριλίου όμως, οι Γερμανοί μετέβαλλαν την ανακωχή σε παράδοση με σκληρότερους όρους και την ίδια ημέρα υπεγράφη το «Πρωτόκολλο Παραδόσεως» στο μέτωπο, που όριζε τα εξής:

«Μεταξύ της Ανωτέρας Διοικήσεως των Γερμανικών Στρατευμάτων εν Ελλάδι αντιπροσωπευομένης από τον αρχηγόν του Γερμανικού Επιτελείου αντιστράτηγον Γκράιφενμπεργκ και της Ανωτέρας Διοικήσεως της Βασιλικής Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας αντιπροσωπευομένης από τον αρχιστράτηγον στρατηγόν Τσολάκογλου συνεφωνήθησαν τα κάτωθι:

1. Η Ανωτέρα Διοίκησις των Γερμανικών Στρατευμάτων εν Ελλάδι αποδέχεται την άνευ όρων παράδοσιν της Ελληνικής Βασιλικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας.

2. Οι ανήκοντες εις την Ελληνικήν Βασιλικήν Στρατιάν Ηπείρου και Μακεδονίας είναι αιχμάλωτοι πολέμου. Τα όπλα, ολόκληρον το πολεμικόν υλικόν και άπαντα τα είδη εφοδιασμού της Στρατιάς αυτής είναι λεία πολέμου του γερμανικού στρατεύματος.

3. Η Ανωτέρα Διοίκησις των εν Ελλάδι Γερμανικών Στρατευμάτων αναγνωρίζει ότι τα ελληνικά στρατεύματα ηγωνίσθησαν γενναίως και εκράτησαν επί του πεδίου των μαχών την στρατιωτικήν τιμήν. Ως εκ τούτου οι Έλληνες αξιωματικοί διατηρούν τον οπλισμόν των και τας εξαρτήσεις των.

4. Η Ανωτέρα Διοίκησις των Ελληνικών Στρατευμάτων αφ’ενός θα μεριμνήση δι’ όλων των μέσων όπως διακοπώσιν αι εχθροπραξίαι, παύση δε κάθε διασπορά και καταστροφή υλικού, αι δε οδοί αι ευρισκόμεναι εις την περιοχήν της Στρατιάς νοτίως διαχωρισμού (ιδέ παράγραφον 9) θα επισκευασθώσιν αμέσως. Η Ανωτέρα Γερμανική Διοίκησις αφ’ ετέρου θα διατάξη τα γερμανικά στρατεύματα να παύσωσι τας εχθροπραξίας ευθύς ως το πρωτόκολλον τούτο αναγνωρισθή και υπογραφή.

5. Ο έκπλους παντοειδών πλοίων εκ των λιμένων περιοχής της Στρατιάς Ηπείρου δεόν ν’ απαγορευθή αμέσως. Η Ανωτέρα Ελληνική Διοίκησις θα μεριμνήση ίνα τα εις τους λιμένας ευρισκόμενα πλοία παραμείνωσιν αυτόθι μέχρι νεωτέρας διαταγής υπό επίβλεψιν ελληνικών στρατευμάτων.

6. Οι Έλληνες αιχμάλωτοι πολέμου θα παραμείνωσι προς το παρόν εις χώρους συγκεντρώσεως. Με το πέρας των πολεμικών διαπραγματεύσεων, προβλέπεται η απελευθέρωσις απάντων των μονίμων και εφέδρων αξιωματικών, υπαξιωματικών και οπλιτών.

7. Η Ανωτέρα Διοίκησις θέλει μεριμνήσει ίνα τα ελληνικά τμήματα παραμείνωσιν υπό την ηγεσίαν των αξιωματικών των ως και διά την λήψιν μέτρων διά την κανονικήν εκτέλεσιν των όρων ανακωχής. Ο εφοδιασμός και η ιατρική περίθαλψις των εν αιχμαλωσία στρατευμάτων θα γίνεται μερίμνη της Ανωτέρας Ελληνικής Διοικήσεως.

8. Η Ανωτέρα Διοίκησις των ελληνικών στρατευμάτων θα ορίση πληρεξούσιον σύνδεσμον προς διακανονισμόν των λεμπτομερειών της εκτελέσεως των σχετικών όρων παραδόσεως μετά σχετικού γερμανικού συνδέσμου ορισθησομένων αργότερον. Ο σύνδεσμος ούτος θα επιδώση το ταχύτερον δυνατόν μίαν συνολικήν κατάστασιν εμφαίνουσαν την δύναμιν, τον εξοπλισμόν και την στρατιωτικήν συγκρότησιν της τέως Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας.

9. Με την Βασιλικήν Ιταλικήν Ανωτέραν Διοίκησιν εν Αλβανία θα ορισθή ζώνη διαχωρισμού, ίνα επιτευχθή μία ταχεία παύσις εχθροπραξιών εφ’ ολοκλήρου του μετώπου και η κατά το δυνατόν άνευ προστριβής εκτέλεσις της παραδόσεως. Ποίον πολεμικόν υλικόν και ποία όπλα θα παραδοθώσιν εις την Ανωτέραν Ιταλικήν Διοίκησιν θέλει διακανονισθή βραδύτερον.

Υπογραφαί: Ο Στρατηγός Διοικητής της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας Γ. ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ – Ο Αρχηγός τοπυ Γενικού Επιτελείου των εν Ελλάδι Γερμανικών Στρατευμάτων ΓΚΡΑΪΦΕΝΜΠΕΡΓΚ».

Η είδηση έφτασε άμεσα στον Παπάγο, ο οποίος διέταξε άπαντες να μην τηρήσουν την συμφωνία του Τσολάκογλου:

«Αριθμός Πρωτοκόλλου Εμπιστευτικόν 645. Διοικητήν Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου.

Πληροφορούμαι ότι Αντιστράτηγος Τσολάκογλου ανέλαβε πρωτοβουλίαν συνθηκολογήσεως. Δέον να κατανοηθή παρά πάντων ότι ύψιστα συμφέροντα Πατρίδος απαγορεύουσι τούτο. Επικαλούμαι πατριωτισμό πάντων. Στρατός δε αγωνισθή μέχρις εσχάτου ορίου δυνατοτήτων του. Αντικαταστήσατε αμέσως Τσολάκογλου.

Αθήναι 21 Απριλίου 1941. Ο Αρχιστράτηγος Α. Παπάγος».

Ο Βασιλιάς μάλιστα έστειλε στην Ήπειρο, αφού ανακάλεσε στην ενεργό υπηρεσία , τον στρατηγό Γυαλίστρα, με σκοπό να πείσει τον στρατηγό Πιτσίκα, διοικητή της Στρατιάς Ηπείρου, να συνεχιστεί ο πόλεμος. Ο Πιτσίκας όμως είχε παραγκωνισθεί από τον Τσολάκογλου, ο οποίος όπως είδαμε είχε συμφωνήσει και υπογράψει την παράδοση.

Έτσι, οι Γερμανοί εισέρχονται στην Αθήνα την 27η Απριλίου 1941. Πριν όμως αναφερθούμε στις πρώτες ενέργειες των κατακτητών στην πρωτεύουσα, αξίζει να επισημάνουμε πως όλη αυτή την περίοδο από την έναρξη της γερμανικής επίθεσης στις 6 Απριλίου μέχρι και την είσοδο τους στην Αθήνα, έλαβαν χώρα στην πρωτεύουσα συναντήσεις διάφορων παραγόντων (πολιτικών, στρατιωτικών κλπ), ως επί το πλείστον γερμανόφιλων αλλά και αγγλόφιλων, που είχαν σαν στόχο τη συνωμοσία κατά των επιλογών της κυβέρνησης του Αλέξανδρου Κορυζή. Οι συνωμότες αποσκοπούσαν στην κατάληψη της εξουσίας και στην άμεση συνθηκολόγηση. Συνήθως οι συναντήσεις γίνονταν στο σπίτι του καθηγητή Νικολάου Λούβαρη, γνωστού γερμανόφιλου. Στις συναντήσεις αυτές, έλαβαν μέρος προσωπικότητες όπως ο Γεώργιος Μερκούρης , ο Πέτρος Ράλλης, ο Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, ο Ναπολέων Ζέρβας, μεταξύ πολλών άλλων. Εν τέλει, όλοι όσοι συμμετείχαν στις συναντήσεις αυτών των ημερών, συνελήφθησαν από τον Μανιαδάκη και κλείσθηκαν στις φυλακές Μακρυγιάννη.

Με την είσοδο των ναζιστικών γερμανικών στρατευμάτων στην πρωτεύουσα ξεκινάει και επίσημα η ιταλογερμανική κατοχή στη χώρα. Πρώτη ενέργεια των Γερμανών είναι να υψώσουν τον αγκυλωτό σταυρό στον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως. Από τον Τύπο της εποχής (Ελεύθερον Βήμα, Δευτέρα 28 Απριλίου 1941) διαβάζουμε λεπτομέρειες για την ημέρα εκείνη:

«Τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβον χθες την πρωίαν τας Αθήνας και τον Πειραιά. Το Ανώτατον Γερμανικόν Στρατηγείον δι’ εκτάκτου ανακοινωθέντος του μετέδωσεν ότι κατόπιν αδιακόπων επιθέσεων και καταδιώξεως των υποχωρούντων Βρεττανών, αι προφυλακαί των γερμανικών τεθωρακισμένων μεραρχιών έφθασαν εις τας Αθήνας και έστησαν την γερμανικήν σημαίαν επί της Ακροπόλεως.

Μετά την ανατροπήν πράγματι των βρεττανικών δυνάμεων εις το λεκανοπέδιον της Αττικής, αι προφυλακαί του γερμανικού στρατού ήρχισαν προωθούμεναι προς διάφορα σημεία των Αθηνών. Την 8ην ακριβώς πρωϊνήν εισήλθον εις την πόλιν από την κατεύθυνσιν της λεωφόρου Κηφισίας τα δύο πρώτα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, ωπλισμένα με έν πυροβόλον και πολυβόλα και φέροντα τους αριθμούς 219.984 και 296.994, με ελαχίστους στρατιώτας, έχοντας επί κεφαλής τον ανθυπολοχαγόν Φρίτς Ντίρφλιγκ.

Αποταθείσα προς αυτόν η επιτροπή, η αποτελουμένη εκ των κ.κ. Καβράκου, Πλυτά, Μανούσκου και Πεζοπούλου, εζήτησε να πληροφορηθή που ευρίσκετο ο διοικητής των τμημάτων, εις τα οποία είχεν ανατεθή η κατάληψις της πόλεως. Ο ως άνω διοικητής ευρίσκετο πλησίον του Μπογιατίου, απεστάλη δέ αμέσως αγγελιαφόρος να τον ειδοποιήση. Πράγματι ούτος κατέφθασε την 10.30’ εις την διασταύρωσιν των λεωφόρον Κηφισιάς και Αλεξάνδρας και πρό της επαύλεως Θων, όπου εγένετο η συνάντησις και ανεγνώσθη προς αυτόν το κείμενον του εγγράφου, διά του οποίου αι Αθήναι και ο Πειραιεύς εχαρακτηρίζοντο ως ανοχύρωτοι πόλεις.

Αι σχετικαί συνομιλίαι εγένοντο εις το καφενείον ο «Παρθενών» απέναντι ακριβώς της επαύλεως Θων. Κατά τας συνομιλίας παρίστατο και ο στρατιωτικός ακόλουθος της ενταύθα γερμανικής πρεσβείας, όστις συνωμίλησε διά μακρών και κατ’ ιδίαν μετά του διοικητού των πρώτων εισελθόντων γερμανικών τμημάτων. Σημειωτέον ότι ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος ομιλεί άριστα την ελληνικήν.

[…] Εν τω μεταξύ τα πρώτα γερμανικά τμήματα αποτελούμενα εκ μοτοσυκλεττιστών, των οποίων προηγούντο, δύο τανκς εισήλθον εις την πόλιν δια της λεωφόρου Κηφισιάς, οπόθεν κατηυθύνθησαν εις το δημαρχείον και την Ακρόπολιν, όπου ύψωσαν την σημαίαν του Αγκυλωτού Σταυρού. Άλλα τμήματα, συνεχώς καταφθάνοντα, διεσκορπίσθησαν ανά την πόλιν, μεταβάντα εις τα παλαιά Ανάκτορα, τα υπουργεία, το ταχυδρομείον και τα άλλα δημόσια κτίρια, όπου ύψωσαν ομοίως γερμανικήν σημαίαν και εγκατέστησαν φρουράς εις αντικατάστασιν των ελληνικών».

Σκίτσο από εφημερίδα Ελληνικό Μέλλον, 7 Απριλίου 1941.

Οι Γερμανοί από την πρώτη στιγμή προσπάθησαν να πείσουν τον ελληνικό λαό, πως ήρθαν με φιλικές διαθέσεις. Ο Γερμανός Φρούραρχος των Αθηνών, μάλιστα αντισυνταγματάρχης φον Σέϊμπεν δήλωσε στους διευθυντές των αθηναϊκών εφημερίδων πως ήρθαν σαν φίλοι στην Ελλάδα. Λίγες μέρες μετά, τα «Αθηναϊκά Νέα» (Δευτέρα 5 Μαίου 1941) θα αναδημοσιεύσουν τον λόγο του Αδόλφου Χίτλερ, με τον στομφώδη τίτλο «Ο χθεσινός ιστορικός λόγος του καγκελάριου Χίτλερ ύμνος προς τον ηρωϊσμόν του Έλληνος Στρατιώτου – η ήττα βαρύνει τον Βασιλέα και την κλίκα του». Τα λόγια αυτά όμως παρέμεινα υποσχέσεις.

Το απόγευμα της πρώτης ημέρας της γερμανικής κατοχής επισκέπτεται τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Χρύσανθο, ο διοικητής του Β’ Στρατιωτικού Σώματος της Βέρμαχτ, στρατηγός φον Στούμε. Οι Γερμανοί γνώριζαν πως ο Χρύσανθος ήταν γερμανομαθής και ήλπιζαν πως θα μπορούσαν να τον προσεταιρισθούν. Ωστόσο αυτό δεν συνέβη. Γράφει ο ίδιος στο ημερολόγιο του:

«[…] Εν τω μεταξύ αναγγέλεται κάποιος, όστις θέλει να με ιδή κατ’ εντολήν του Δημάρχου κ. Πλυτά. Τον δέχομαι και εις ερώτησίν μου ποίος είναι μου απαντά ότι είναι ο διοικητής των αυτοκινήτων του δήμου και ότι τώρα κάθεται πλησίον του οδηγού των αυτοκινήτων, τα οποία φέρουν τους Γερμανούς στρατηγούς. Εις ερώτησίν μου τι επιθυμεί, απαντά ότι ο κ. Δήμαρχος είπεν ότι οι Γερμανοί στρατηγοί επιθυμούν να κατέλθω εις τον ναόν ίνα παρόντων και αυτών τελέσωμεν δοξολογίαν. Εμβρόντητος ήκουσα την παραγγελίαν του κ. Δημάρχου και διέταξα τον κομιστήν της παραγγελίας να απέλθη αμέσως εκ της Αρχιεπισκοπής ειπών ότι αν ο κ. Δήμαρχος έχει να ειπή τι πρέπει να έρχεται ο ίδιος αυτοπροσώπως να το ανακοινή.Και εις ερώτησιν του διαγγελέως «τι να ειπώ εις τον κ. Δήμαρχον;» απήντησα «να ειπής ότι σε έδιωξα». Ήτο η ώρα περίπου δέκα προ μεσημβρίας. Μετά δύο ώρας έρχεται εις γραμματεύς του Δημάρχου και μου λέγει ότι ο Γερμανός Στρατηγός ερωτά ποίαν ώραν δύναται να έλθη εις τας 4 μετά μεσημβρίαν. Ο βοηθός Επίσκοπός μου άγιος Ταλαντίου αδιαθετών δεν προήλθεν εις τοιαύτην κρίσιμον ημέραν εις την Αρχιεπισκοπήν. Παρίσταται μόνον ο Πρωτοσύγκελλος Γερβάσιος, ο αρχιδιάκονος, ον εκάλεσα εκ του ναού όπου θα εκήρυττε, και ο ιδιαίτερός μου Πολυζώνης.

Δίδω εντολήν να τηλεφωνηθή εις τον Επίσκοπον να συνέλθη και να έλθη αμέσως, όπερ και εγένετο. Περί την Τετάρτην μμ έρχεται ο Στρατηγός του Δευτέρου Σώματος Στρατού Stummeσυνοδευόμενος από τον Klemm, Στρατιωτικόν Ακόλουθον της Γερμανικής Πρεσβείας Γερμανολεβαντίνον εκ Σμύρνης, όστις επί τέσσαρα έτη κατεσκόπευε την Ελλάδα και τον ελληνικόν στρατόν, και από τον νεοδιορισθέντα Γερμανόν Φρούραρχον Αθηνών.Τους υποδέχομαι εντός του Συνοδικού με αθυμίαν και κατήφειαν. Πως να αρχίσω την συνομιλίαν; Φαίνεσθε, του λέω, κουρασμένος. Ναι απαντά. Βρήκαμε γεφύρας και δρόμους κατεστραμμένους. Τα κατέστρεψαν οι Άγγλοι. Ποίος θα τα επανορθώση; Οι Άγγλοι οφείλουν να πληρώσουν. Θα πληρώση όποιος νικηθή, λέγω. Κατά την διαδρομήν ημών διά της Ελλάδος με ευχαρίστησιν παρέτηρησα ότι πολλοί ομιλούν γερμανικά. Ναι, του είπα, υπήρχον πολλοί, οίτινες ήσαν θαυμασταί του γερμανικού πολιτισμού: αλλ’ αφ’ ότου εκήρυξεν η Γερμανία τον πόλεμον κατά της Ελλάδος θα έμειναν ολίγοι ή κανείς.

Πράγματι έχει λυπήσει πολύ τον ελληνικόν λαόν διότι η Γερμανία αναιτίως εκήρυξε τον πόλεμον κατά της Ελλάδος: Διατί τον εκήρυξεν; Αυτά, απαντά, είναι ζητήματα πολιτικής. Εις τον δρόμον, λέγει, μας έρραιναν με άνθη. Αυτοί, του απαντώ, βεβαίως δεν ήσαν Έλληνες. Επείγει, τω λέγω, το ζήτημα του επισιτισμού του τόπου. Θα έλθη, απαντά, προσεχώς ιδιαίτερα επιτροπή επισιτισμού. Και τώρα, τω λέγω, που θα υπάγετε; Όπου διατάξει ο Φύρερ. Και όταν εσηκώθη ο Στρατηγός να με αποχαιρετήσει προσέθεσα: «Προσέξατε, Στρατηγέ μου, να μη τραυματίσητε την υπερηφάνεια του ελληνικού λαού». Επί τούτω ανεχώρησε και αυτός και η συνοδεία του. Ανεχώρησα εις το σπίτι μου τεθλιμμένος, έπεσα εις το κρεββάτι και έκλαυσα πικρότατα».

Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος.

Η άρνηση τέλεσης δοξολογίας με την παρουσία των Γερμανών αποτελούσε το πρώτο «ΟΧΙ» του ηρωϊκού Αρχιεπισκόπου. Άλλωστε ο Χρύσανθος υπήρξε ο σύμβουλος και πνευματικός καθοδηγητής του Γεωργίου Γρίβα της Εθνικής Αντιστασιακής Οργάνωσης «Χ». Το δεύτερο «ΟΧΙ» υπήρξε απόρροια της πρότασης των κατακτητών να ορκίσει την πρώτη κατοχική δοσιλογική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου. Αυτή τελικά έλαβε χώρα την 30η Απριλίου 1941 στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση στο κέντρο της Αθήνας. Δύο μήνες μετά ο Χρύσανθος αποπέμπεται από τους Γερμανούς και Αρχιεπίσκοπος αναλαμβάνει ο Δαμασκηνός.

Από την ημέρα ορκωμοσίας της κυβέρνησης Τσολάκογλου καταργείται η βασιλεία στην Ελλάδα και ο αντιστράτηγος καθιερώνει τον θεσμό της «Ελληνικής Πολιτείας». Αρχικά η κυβέρνηση είχε την ανοχή της κοινής γνώμης και την στήριξη του πολιτικού κόσμου. Πολιτικές προσωπικότητες όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Γεώργιος Καρτάλης, ο Αλέξανδρος Σβώλος, ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου, οι στρατηγοί Αλέξανδρος Οθωναίος, Στυλιανός Γονατάς, Θεόδωρος Πάγκαλος και άλλοι στήριξαν και παρότρυναν τον Τσολάκογλου να ηγηθεί της προσπάθειας καθώς η πράξη του αυτή θα ωφελούσε την χώρα.

Στόχος του Τσολάκογλου ήταν η αποτροπή τριχοτόμησης της χώρας και ιδιαίτερα να μην διοικηθεί η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη από τους Βουλγάρους. Αυτό εν τέλει δεν αποφεύχθηκε και αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο πρόβλημα της κυβέρνησης. Σημαντικά επίσης γεγονότα ήταν ο λιμός που απλώθηκε στην πρωτεύουσα και σε άλλες μεγάλες πόλεις αλλά και η οικονομική εκμετάλλευση-αφαίμαξη των κατοχικών στρατευμάτων που οδήγησε στην πείνα τον ελληνικό λαό. Η αποτυχία του Τσολάκογλου να βρει λύσεις στα θέματα αυτά έφερε μοιραία την αντικατάστασή του από τον μέχρι τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησής του, γυναικολόγο Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο.

Πηγές:

Ηλίας Ι. Ηλιόπουλος, Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος, Πελασγός, Αθήνα 2015.

Ιωάννης Κ. Μπουγάς, Αθώων Αίμα «Ελεύθερος Μωριάς» 1943-44, τόμος Α’, Πελασγός, Αθήνα 2016.

Δημοσθένης Κούκουνας, Ιστορία της Κατοχής, τεύχος 3ο και 4ο, Λιβάνης, Αθήνα 2013.

Σταύρος Καρκαλέτσης, Γεώργιος Γρίβας ο Διγενής του Έθνους, Patria, Αθήνα 2010.

Ιάκωβος Χονδροματίδης, Οι δωσίλογοι της Κατοχής, Περισκόπιο, Αθήνα 2008.

Στάθης Ν. Καλύβας, Νίκος Μαραντζίδης, Εμφύλια Πάθη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2015.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: