Skip to content

Ο Χρυσόστομος στον Μακεδονικό Αγώνα

 

 

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

 

Είναι γνωστοί οι δεσμοί μεταξύ των αγώνων του Έθνους και της Ορθόδοξης εκκλησίας ή τμήματος αυτής. Στον Μακεδονικό Αγώνα θα μπορούσαμε να πούμε πως η συμπόρευση αυτή ήταν τόσο έντονη και σημαντική για την έκβαση του αγώνα, αφού εξαιτίας της εκκλησίας διατηρήθηκε το φρόνημα των Ελλήνων (ελληνόφωνων και σλαβόφωνων) ακέραιο παρά τις βιαιότητες των Βουλγάρων κομιτατζήδων και εξαρχικών.

Άλλωστε η αφετηρία του σλαβικού κινήματος στον χώρο της Βαλκανικής υπήρξε θρησκευτική. Ο Πανσλαβισμός σαν ιδεολογία ήθελε να υλοποιήσει τα συμφέροντά του, που ήταν η ένωση όλων των σλαβικών εθνοτήτων που βρίσκονταν εξαπλωμένες στην Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, υπό την αιγίδα της Ρωσίας. Στα Βαλκάνια στόχευε στην δημιουργία αυτόνομης βουλγαρικής εκκλησίας –της Εξαρχίας- με απώτερο σκοπό την αναγνώριση της Βουλγαρίας ως ανεξάρτητο έθνος. Στόχος της Ρωσίας ήταν με αυτό τον τρόπο να πετύχει την έξοδό της στην Μεσόγειο και τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων.

Αρχικά λοιπόν, τα αιτήματα των πανσλαβιστών αφορούσαν την χρήση της σλαβικής βουλγαρικής γλώσσας -αντί της ελληνικής- στις εκκλησίες αλλά και στα σχολεία σε περιοχές με βουλγαρικό ή σλαβόφωνο πληθυσμό, όπως και τον διορισμό Βουλγαρόφωνων ιερέων αντί Ελλήνων. Η Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας από την Κωνσταντινούπολη κατά τη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 1861 αποφάσισε να κάνει αποδεκτά τα αιτήματα των πανσλαβιστών, βασισμένη στην αποστολική ρήση «ούκ ένι Ιουδαίος, ούκ ένι Έλλην, αλλά πάντες έν εσμέν εν Χριστώ Ιησού».

Οι πανσλαβιστές όμως δεν αρκέστηκαν σε αυτές τις παραχωρήσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αποσκοπούσαν στη δημιουργία αυτόνομης εθνοφυλετικής βουλγαρικής εκκλησίας με κύριο σκοπό την απόσπαση των βουλγαρόφωνων ή φερόμενων ως τέτοιων πληθυσμών της Μακεδονίας από το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο. Οι επιθέσεις των Βουλγάρων πανσλαβιστών κατά της Μεγάλης Εκκλησίας οδήγησαν στην ίδρυση της Βουλγαρικής αυτόνομης εκκλησίας, της Εξαρχίας. Αυτή ήταν αποτέλεσμα των ρωσικών πιέσεων προς την Πύλη για πραγμάτωση των σκοπών που αναφέραμε παραπάνω. Έτσι, το 1870 ο σουλτάνος με φιρμάνι αναγνώρισε την Αυτοκέφαλη Βουλγαρική Εκκλησία με πρώτο έξαρχο τον Ιλαρίονα και απροσδιόριστα γεωγραφικά όρια.

Η αντίδραση της ορθόδοξης εκκλησίας οδήγησε στην απόφαση καταδίκης του εθνοφυλετισμού ως αίρεσης και της βουλγαρικής εξαρχίας ως σχισματικής, από την Πανορθόδοξη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1872. Οι εξαρχικοί προσπάθησαν να πάρουν με το μέρος τους όσες περισσότερες επισκοπές από την Μακεδονία και τη Θράκη χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Από τις 34 Μητροπόλεις και τις 7 επισκοπές της Μεγάλης Εκκλησίας οι Βούλγαροι εξαρχικοί έθεσαν υπό τον έλεγχό τους μόνον 7 μητροπολίτες (Μοναστήρι, Αχρίδα, Δίβρη, Σκόπια, Βελεσσά, Στρώμνιτσα, Νευροκόπι).

Η βία κατά των Ελλήνων ιερέων και λαϊκών ήταν εντονότατη από τους κομιτατζήδες. Ωστόσο η δυναμική αντίδραση των ιερέων, των δασκάλων και των επιτρόπων των ναών κράτησαν στο Πατριαρχείο και στον Ελληνισμό την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων της Μακεδονίας. Η συνεισφορά τους ήταν τόσο σημαντική σε βαθμό που έκρινε την αρχή του Μακεδονικού ζητήματος καθώς αν δεν υπήρχαν οι φωτισμένοι ιεράρχες, ο μακεδονικός Ελληνισμός θα είχε εξαφανιστεί πριν το 1903.

Σημείο τομής για τον Μακεδονικό Ελληνισμό αποτελεί η 30η Μαρτίου 1901. Την ημέρα αυτή διαδέχεται στον πατριαρχικό θρόνο τον Κωνσταντίνο Ε’, ο Ιωακείμ ο Γ’. Ο νέος Πατριάρχης εφαρμόζει νέα πολιτική απέναντι στους πανσλαβιστές. Αποφασίζει να τοποθετήσει νέους μορφωμένους Μητροπολίτες στους Επισκοπικούς θρόνους, οι οποίοι εφαρμόζουν μια πολιτική επιθετικού προσανατολισμού έναντι των Εξαρχικών, τονίζοντας τον ελληνικό χαρακτήρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των πιστών.

Ένας από τους ηρωικούς Μητροπολίτες ήταν ο Χρυσόστομος Δράμας, μετέπειτα Σμύρνης που θυσιάστηκε κατά την Μικρασιατική καταστροφή αρνούμενος να εγκαταλείψει το ποίμνιό του κατά την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού.

Ο Χρυσόστομος Καλαφάτης γεννήθηκε το 1867 στην Τρίγλια της Προποντίδας κοντά στα Μουδανιά. Γονείς του ήταν ο Νικόλαος Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμονίδου. Πέρα από τον Χρυσόστομο, είχαν άλλα 7 παιδιά. Τελειώνοντας το σχολείο ήθελε να γίνει κληρικός. Η οικογένειά του αν και ήταν φτωχή τον έστειλε να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1884. Τα έξοδα των σπουδών του ανέλαβε ο τότε Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνσταντίνος Βαλιάδης (αργότερα έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης), όταν σε μια επίσκεψή του στη Σχολή εντυπωσιάσθηκε από τις άριστες επιδόσεις του Χρυσόστομου.

Στη Σχολή ο Χρυσόστομος γαλουχήθηκε στα της θρησκείας αλλά και στα εθνικά θέματα, στη διαχρονικότητα του Ελληνικού Έθνους. Ο ίδιος αργότερα σε κηρύγματά του τόνιζε αυτή τη συμπόρευση χριστιανισμού και ελληνισμού. Όπως διασώζει ο πρώτος βιογράφος του, Σπυρίδωνας Λοβέρδος, ανέφερε: «Το ελληνικόν πνεύμα ελαξεύθη εις το μάρμαρον, εσμιλεύθη εις τους θριγκούς των ναών, εχαράχθη εις τον πάπυρον, έλαμψεν εις τας δέλτους της Ιστορίας, εκράτησε τας επάλξεις του πολιτισμού, περιεσώθη διά της παραδόσεως και κρύπτεται ακόμη εις τα σπλάγχνα της γής αναμένον την σκαπάνην του αρχαιολόγου».

Με την αποφοίτηση από την Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ο Χρυσόστομος ακολούθησε ως αρχιδιάκονος τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης Κωνσταντίνο. Ενώ όταν ο τελευταίος μετατέθηκε στην Μητρόπολη Εφέσου τον ακολούθησε και εκεί. Τον Απρίλιο του 1897 ο Κωνσταντίνος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης (Κωνσταντίνος Ε’) και τον Μάιο ο Χρυσόστομος ανέλαβε το αξίωμα του Μεγάλου Πρωτοσύγγελου των Πατριαρχείων. Διακρίθηκε μεταξύ άλλων για την ματαίωση των σχεδίων του αρχηγού της Παλαιστίνιας Πανσλαβιστικής Εταιρείας, Παπαδονότσεφ, που ήθελε να αλλοιώσει τον ελληνικό χαρακτήρα του Αγίου Όρους και να εκσλαβίσει ελληνικά Πατριαρχεία.

Όταν ανέλαβε Πατριάρχης ο Ιωαμείμ Γ’ εκτίμησε και αυτός τις ικανότητες του Χρυσόστομου και τον τοποθέτησε στην Δράμα, την περισσότερο ταραγμένη επαρχία της Μακεδονίας. Ο Χρυσόστομος, σαν Μητροπολίτης Δράμας, έφτασε στην πόλη στις 22 Ιουλίου 1902 και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό.
Άμεσα συγκεντρώνει επίσημα στοιχεία, συντάσσει υπομνήματα προς το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και αναφέρει τους διωγμούς, τα βασανιστήρια και τις καθημερινές βιαιοπραγίες που βίωνε ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός από τους Βούλγαρους κομιτατζήδες που ήθελαν να μετατρέψουν σε Εξαρχικούς τους Έλληνες της Ανατολικής Μακεδονίας.

Σε υπόμνημά του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέφερε: «Απεφασίσαμεν και ημείς μετά της δημογεροντίας να μετέλθωμεν εν ανάγκη και το έσχατον μέσον της αυτοδικίας, αμυνόμενοι των δικαίων μας, άλλως κινδυνεύομεν να ίδωμεν απογυμνουμένην την μητρόπολιν εκκλησιών και τας κοινότητας σχολείων και τα χωρία κατοίκων υπό την θύελλαν του πυρός και του σιδήρου, την οποίαν εξαπέλυσε το μακεδονικόν κομιτάτον τη ανοχή των τουρκικών αρχών».

Σε κάθε κήρυγμά του από την Μητρόπολη τόνιζε την αναγκαιότητα της ένοπλης αντίστασης των Ελλήνων έναντι του βίαιου εκβουλγαρισμού των. Ξεκινούσε πάντα με τα εξής λόγια: «Πωλήσατω το ιμάτιον αυτού και αγοράσατω μάχαιραν». Έκανε συνεχής περιοδείες και επισκέψεις στις περιοχές όλου του νομού Δράμας που οι κομιτατζήδες είχαν έντονη δράση και εμψύχωνε τον πληθυσμό με την αποφασιστικότητα και την δυναμική που τον διέκρινε. Παράλληλα, έκτισε στη Δράμα μεγαλοπρεπή ναό, μητροπολιτικό μέγαρο, σχολεία αρρένων και θηλέων, νοσοκομείο, φιλανθρωπικά ιδρύματα, σπίτια για τους καπνεργάτες, ορφανοτροφεία, γηροκομεία κλπ. Όπως καταλήγει ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός Σαράντος Καργάκος, ο Χρυσόστομος την οκταετία που έμεινε στη Δράμα φρόντισε να πραγματοποιήσει ότι δεν είχε κάνει το κράτος σε τριπλάσια χρόνια. Η ίδρυση 34 σχολείων είναι ένα κατόρθωμα άνευ προηγουμένου.

Το κυριότερο όμως ήταν ότι ο Χρυσόστομος έγινε Απόστολος της Μακεδονικής Ιδέας. Πεπεισμένος ότι δεν θα χάσει ποτέ την ελληνικότητά της έγραφε:

«Διά τον απλούστατον λόγον, ότι η κυρίως Μακεδονία ήν και εστί και έσται χώρα καθαρώς ελληνική, ήτις, ίνα καταστή βουλγαρική, απαιτείται ουδέν ολιγότερων ή αφ’ ενός μέν να στραγγαλισθή η Ιστορία και η εθνογραφία, αφ’ ετέρου δέ να εξολοθρευθώσι τα τρία τέταρτα του λοιπού πληθυσμού αυτής και να κατασκαφώσιν όλα τα σχολεία και αι εκκλησίαι και σύμπασαι, μηδεμιάς εξαιρουμένης, αι κεντρικαί πόλεις της Μακεδονίας και επί τέλους να παραδοθώσιν εις το πύρ και τας φλόγας όλα τα μνημεία αρχαία, βυζαντινά, νεώτερα, μηδενός εξαιρουμένου, χωρίς να φεισθή τις μη δ’ αυτών των εν τοις σπλάγχνοις της γης κρυπτομένων, άτινα η σκαπάνη των αρχαιολόγων πολυάριθμα καθ’ εκάστην ανασύρει εκ των εγκάτων της γης και άτινα πάντα είναι ελληνικά, και τότε, αλλά μόνον τότε, όταν σβεσθώσι όλα τα φώτα της Ιστορίας και της Στατιστικής, της Γεωγραφίας και της Επιστήμης, τότε, όταν η Μακεδονία καταστή απ’ άκρου εις άκρον έν μέγα κοιμητήριον νεκρών, μία αγρία έρημος, μία χώρα ερέβους άνευ ιστορίας, άνευ παρελθόντος, άνευ παρόντος, άνευ μέλλοντος, θα καταστή και χώρα βουλγαρική».

Η εθνική και θρησκευτική δράση του Χρυσόστομου θα προκαλέσει αντιδράσεις όχι μόνο των κομιταζίδων και των Τούρκων αλλά και του «πολιτισμένου» δυτικού κόσμου. Ο υπουργός εξωτερικών της Αγγίλας, Έντουαρντ Γκρέυ, θα ζητήσει την ανάκληση του Χρυσοστόμου ως εμψυχωτή του Μακεδονικού Αγώνα. Έτσι στα τέλη Αυγούστου του 1907 ο Μεγάλος Βεζύρης κατά διαταγή του ζητά από τον Μητροπολίτη Δράμας να εγκαταλείψει εντός 20 ωρών την πόλη. Ο Χρυσόστομος αντιδρά ως πραγματικός ηγέτης και ανταπαντά πως διαταγές δέχεται μόνον από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μετά από έντονες πιέσεις το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζητά από τον Χρυσόστομο να φύγει από την πόλη.

Επέστρεψε στην Δράμα μετά την επανάσταση των Νεότουρκων και την γενική αμνηστία που αυτοί εξέδωσαν το καλοκαίρι του 1908. Οι Νεότουρκοι όμως παρά τις διακηρύξεις περί ισότητας και ισοπολιτείας, αποδεικνύονται σκληρότεροι και περισσότερο φανατισμένοι Τούρκοι που στόχευαν στον βίαιο εκτουρκισμό των πολιτών της Τουρκίας.

Ο Χρυσόστομος θα εκδιωχθεί από τη Δράμα με διάφορες κατηγορίες από το κράτος των Νεότουρκων το 1909. Θεωρήθηκε πως ήταν ο εμψυχωτής του Μακεδονικού Αγώνα στην Ανατολική Μακεδονία, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την «αταξία» που επικρατούσε τότε στην περιοχή. Θα μετατεθεί το 1910 στη Μητρόπολη Σμύρνης, όπου θα συνεχίσει το ελληνορθόδοξο έργο του φτάνοντας κυριολεκτικά μέχρι το τέλος.

Πηγές:
– Σαράντος Καργάκος, Ο Εθνομάρτυς Χρυσόστομος. Μητροπολίτης Σμύρνης «ο περίβλεπτος», Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος.
– Ελίνα Μαστέλλου-Γιαννάκενα, Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908). Ο σκοπός και οι ήρωές του, Πελασγός, Αθήνα 2018.
– Αρχεία Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στην Θράκη. 1904-1908, Μέρος Α’, Το Βήμα Ιστορία, Αθήνα 2014.

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: