Skip to content

Ιωάννης Μεταξάς: ο πρώτος Έλληνας αντιστασιακός

Πρωτοσέλιδο περιοδικού “Η Νεολαία”, 4 Ιανουαρίου 1941.

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

 

Είτε μας αρέσει είτε όχι ο δικτάτορας Μεταξάς ήταν ο άνθρωπος που είπε το ΟΧΙ, δηλαδή ο πρώτος Έλληνας αντιστασιακός, ο οποίος αρνήθηκε να υποταχθεί στις δυνάμεις του Άξονα. Την ίδια ώρα, οι κατ’ επάγγελμα “αντιστασιακοί” ήταν δέσμιοι της συμφωνίας που είχε πραγματοποιήσει ο “πατερούλης” με τον Χίτλερ. Μέχρι την επιχείρηση “Μπαρμπαρόσα” όλως περιέργως από το Κόμμα δεν είχε ειπωθεί ούτε λέξη για αντίσταση. Οι συγκεκριμένοι σύμμαχοι είχαν πολλά κοινά στις ολοκληρωτικές αντιλήψεις τους αλλά το πιο σημαντικό ήταν η παγκόσμια εξουσία.

Αντιθέτως, ο δικτάτορας Μεταξάς ήταν αυτός που αναδιοργάνωσε τον διαλυμένο Ελληνικό Στρατό, που αφύπνισε και ένωσε τον Ελληνικό Λαό. Γιατί οι ηγεσίες εμπνέουν και καθοδηγούν έναν λαό. Του δίνουν όραμα και αυτοπεποίθηση. Βέβαια ο Μεταξάς και το καθεστώς του δεν ήταν “δημοκρατικών πεποιθήσεων”, ούτε όμως έχτισε καριέρες πάνω σε εύηχα συνθήματα και πλαστές ιστορίες, που καπηλεύονταν όρους και αξίες όπως η “δημοκρατία”, η “ισότητα”, η “ελευθερία” κ.ο.κ. Δεν ήταν όμως και ο λαομίσητος δυνάστης, όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν αμετανόητοι, που ποντάρουν -ακόμη και σήμερα- σε εποχές εθνικού διχασμού για ίδιον όφελος. Και δεν ήταν λαομίσητος γιατί αυτός ενέπνευσε τον απλό εργάτη, αγρότη, δάσκαλο, στρατιωτικό να πολεμήσει τον εισβολέα. Αν όντως ήταν όσα ορισμένοι του έχουν σύρει, θα υπήρχε καθολική συμμετοχή για ένταξη στο στράτευμα σε τέτοιο βαθμό ώστε να  δημιουργήσει ο “φασίστας” εκείνος τον μεγαλύτερο Στρατό της ελληνικής ιστορίας;

Αλήθεια, ποια ήταν η δυναμική του Ελληνικού Στρατού μέχρι να αναλάβει ο Μεταξάς δικτατορικά την εξουσία τον Αύγουστο του 1936; Από την καταστροφή του 1922 μέχρι το 1935 το ελληνικό στράτευμα ήταν απολύτως ανίσχυρο και η εικόνα πλήρης διάλυσης πιστοποιείται και από τα ποσά που διέθετε το κράτος για ανασυγκρότηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Κατά το έτος 1923-’24 δόθηκε προς ενίσχυση τους μόλις το 26% του συνολικού προϋπολογισμού του κράτους ενώ κατά τα έτη 1930-’31 και 1931-’32 δόθηκαν αντίστοιχα μόλις το 12 και το 10%. 

Μόλις λίγους μήνες (Οκτώβριος 1935) πριν καταλάβει την πολιτική εξουσία -με την ανοχή και προτροπή πολλών δημοκρατικών πολιτικών, μετέπειτα και πρωθυπουργών- ο Μεταξάς, είχαν συντάξει κοινή έκθεση οι Αρχηγοί των Γενικών Επιτελείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, με τον τίτλο “Γενική περιληπτική ανασκόπισης της στρατηγικής καταστάσεως της Ελλάδος εν περιπτώσει Αγγλοϊταλικού πολέμου” στην οποία γράφεται συγκεκριμένα επί λέξη: 

[…] Συνορεύουσα προς τέσσαρα κράτη, φίλια ή ουχί, με εκτεταμένα τα σύνορά της, με ανεπαρκεστάτας τας στρατιωτικάς της δυνάμεις, ασφαλώς δεν είναι υπολογίσιμος (η Ελλάς) ούτε από τους φίλους ούτε από τους εχθρούς.

[…] Η σήμερον στρατιωτική δυναμικότης της Ελλάδος είναι τόσον περιωρισμένη, ώστε να μη δύναται να αποτελή εγγύησιν της ασφαλείας της.

Με λίγα λόγια οι Αρχηγοί Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας ανέφεραν στις τότε Αρχές του τόπου, πως οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να προασπίσουν τα εδάφη της χώρας απέναντι σε χώρες, όπως η Αλβανία και η Βουλγαρία, που σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν χώρες με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις.

Ο καθηγητής Ηλίας Ηλιόπουλος στο έργο του “Ιωάννης Μεταξάς. Ο Εθνικός Κυβερνήτης”, εκδόσεις Δημοκρατικός Τύπος, Αθήνα 2016, μετά από ανάλυση καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: 

Ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε ο Αρχηγός της Ελληνικής Κυβερνήσεως -αλλά και ο Υπουργός Στρατιωτικών- κατά την τετραετίαν από τον Απρίλιον του 1936 μέχρι της κηρύξεως του Ελληνοϊταλικού Πολέμου τον Οκτώβριον του 1940, αλλά και κατόπιν αυτής, μέχρι τέλους Ιανουαρίου 1941.

Συνεπώς, εξ αντικειμένου, στον Μεταξάν οφείλει να πιστωθεί το ιστορικώς αδιάψευστον γεγονός ότι η Ελλάς -απολύτως άοπλος και στερουμένη πάσης στρατιωτικής δυνατότητος μέχρι των μέσων της δεκαετίας του 1930- κατόρθωσε, εντός σχετικώς μικρού μάλιστα χρονικού διαστήματος (τεσσάρων ετών), και σε απόρθητον οχυρό να μεταβληθεί και έναν άκρως ετοιμοπόλεμον, άριστα οργανωμένον, καλώς εξοπλισμένον και υψηλού ηθικού Στρατόν να προετοιμάσει, να εκπαιδεύσει και να παρατάξει, ο οποίος Στρατός και ήτο εκείνος που πραγμάτωσε το μεγαλειώδες “ΟΧΙ” του Εθνικού Κυβερνήτου.

Στυλοβάτης στο έργο αυτό του Μεταξά ήταν ο τότε Αρχηγός Στρατού, Αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, στον οποίο “οφείλεται η ενίσχυση του ελληνικού στρατού στα χρόνια του Μεταξά και η προετοιμασία του για πόλεμο” σύμφωνα με τον βρετανό ιστορικό συγγραφέα David Brewer. 

Και όμως παρότι τα στοιχεία είναι υπεραρκετά και οι πηγές ξεκάθαρες, ορισμένοι είτε εκ του πονηρού είτε εξαιτίας ελλιπούς έρευνας υποστηρίζουν ότι ο Στρατός ήταν αγύμναστος και ανέτοιμος για μάχη. Η προπαγάνδα αυτή δεν διέφερε από αυτή των Ιταλών της εποχής εκείνης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σύσκεψης στο Palazzo Venezia την 15η Οκτωβρίου 1940 ο γενικός τοποτηρητής των Ιταλών στην Αλβανία Ιακομόνι σε ερώτηση του Μουσολίνι για το ποια ήταν η ψυχολογική κατάσταση του ελληνικού λαού απάντησε πως το ηθικό των Ελλήνων ήταν πολύ χαμηλό! Για να συμπληρώσει ο Τσιάνο, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, πως ο λαός αδιαφορούσε για τον πόλεμο και για κάθε τί με εξαίρεση μια “πολιτικοπλουτοκρατική τάξη” που ήταν αγγλόφιλη και ήθελε την αντίσταση!  Σε ερώτηση του Μουσολίνι ποιο ήταν το ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών, ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα απάντησε “πως ήταν άνθρωποι που δεν τους αρέσει να μάχονται”! 

Αυτά λέγονταν στις ιδιωτικές συσκέψεις των Ιταλών λίγο πριν την επίθεση στην Ελλάδα. Τα ίδια και ακόμη περισσότερα φανταστικά γεγονότα παρουσιάζονταν στον ιταλικό Τύπο για τους Έλληνες και τον Μεταξά. Υπήρχε όμως ένας διπλωμάτης που αντιδρούσε σε όλη αυτή την ψευδή προπαγάνδα, που αποδείχθηκε καταστροφική για την γειτονική χώρα. Ο Εμανουέλε Γκράτσι, ο πρέσβης της Ιταλίας στην Ελλάδα.  Ο ίδιος γεμάτος θυμό για την απίστευτη άρνηση της πραγματικότητας που έδειξε η πολιτική ηγεσία της χώρας του θα γράψει χαρακτηριστικά: 

Εμείς που παρακολουθούσαμε τη συστηματική και τακτική εξέλιξη της ελληνικής στρατιωτικής κινητοποίησης, την οποία μέρα με την ημέρα επισημαίναμε στη Ρώμη, εμείς, που γνωρίζαμε με πόση προθυμία, μετά το επεισόδιο της “ΕΛΛΗΣ”, ο ελληνικός λαός είχε συσπειρωθεί γύρω από την εθνική Κυβέρνηση και ήταν αποφασισμένος να την υποστηρίξει μέχρις εσχάτων, και είχαμε ενημερώσει πλήρως τους υπεύθυνους της ιταλικής πολιτικής γι’ αυτήν την ψυχολογική διάθεση ολόκληρου του ελληνικού λαού, θα νομίζαμε ότι ονειρευόμαστε αν κάποιος μας έλεγε τότε τα όσα γράφονται στη σελίδα 30 της έκτακτης προσφυγής του στρατηγού Βισκόντι Πράσκα. […]

 Τα όσα αναφέρει ο Γκράτσι αναιρούν και την στρατευμένη προπαγάνδα όλων των αρνητών για τον ρόλο του Μεταξά στο ΟΧΙ και στην προετοιμασία της χώρας για το έπος του 1940. “Δεν έτρεφα την παραμικρή αυταπάτη ως προς την πιθανότητα να ενδώσει η Ελλάδα αμαχητί σε αξιώσεις σαν τις δικές μας” γράφει ο ίδιος στο ημερολόγιό του, για να συνεχίσει “Δεν εξεπλάγην λοιπόν καθόλου όταν πέρασε η διορία χωρίς να μου περιέλθει καμία ανακοίνωση από την Ελληνική Κυβέρνηση”. 

Ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα δεν κάνει αναφορά για “ελληνικό λαό” στην λήψη αποφάσεων ούτε στη πασίγνωστη περιγραφή της συνάντησης με τον Μεταξά την ώρα που του παρέδιδε το ιταλικό τελεσίγραφο. Ο Γκράτσι αναφέρει τον Μεταξά να του απαντάει συγκινημένος  σε άπταιστα γαλλικά “Λοιπόν, έχουμε πόλεμο”! Δεν ήταν ο ελληνικός λαός που αρνήθηκε πρώτος τις ιταλικές προτάσεις. Ήταν ο Μεταξάς, τον οποίο ακολούθησε ο άξιος ελληνικός λαός. 

Συνεχίζει ο Γκράτσι αναφερόμενος στην αντίδραση του ελληνικού λαού το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου όταν άρχισαν να γίνονται γνωστά τα νέα στην πρωτεύουσα: 

Κατά τις 8 το πρωί ο Βασιλιάς είχε μεταβεί στο Υπουργείο Εξωτερικών, από όπου βγήκε συνοδευόμενος από τον Μεταξά, για να περιοδεύσει με το αυτοκίνητο τους δρόμους της πρωτεύουσας. Το πέρασμά του είχε χαιρετηθεί με παραλήρημα λαϊκού ενθουσιασμού.

Ο λαός ακολουθούσε τον ηγέτη του. Οι μαρτυρίες υπεράριθμες. Λογικό να ενοχλούν όσους έχουν σκοπό να χρησιμοποιούν την ιστορία για πολιτικά παιχνίδια. Αλλά πλέον γεγονός είναι, πως απόψεις ορισμένων ιστορικών(!) ότι το ΟΧΙ δεν το ήθελε και αναγκάστηκε να το πει ο Μεταξάς, πιεζόμενος(!) από τον λαό (ενώ υποτίθεται πως ήταν “φασίστας και δυνάστης”, παρόλα αυτά πιέστηκε…) εκθέτουν και χαρακτηρίζουν όσους τις εκφράζουν. 

Ο Μεταξάς “σαν έτοιμος από καιρό” ήταν ο καταλληλότερος άνθρωπος να αρνηθεί το τελεσίγραφο των Ιταλών και του Άξονα (βλ. Γιώργος Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922, η παράταση του διχασμού, σελ. 91). Έτσι με την “εμφατική του άρνηση” μετατράπηκε σε εθνικό ήρωα (βλ. David Brewer, Ελλάδα 1940-1949, πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος, σελ. 30,34).   

Ο ίδιος ο Μεταξάς γράφει στο ημερολόγιο του την 28η Οκτωβρίου:

Νύκτα στις τρεις με ξυπνούν, ο Τραυλός. Έρχεται ο Γκράτσι – Πόλεμος! Ζητώ αμέσως Νικολούδη, Μαυρουδή. Αναφέρω Βασιλέα. Καλώ Πάλαιρετ και ζητώ βοήθειαν Αγγλίας. Κατεβαίνω Υπουργικόν Συμβούλιον. Όλοι πιστοί και Μαυρουδής. Όλοι πλην Κύρου. Βασιλεύς. Περιφορά Μαζί του. Φανατισμός του λαού αφάνταστος. Μάχαι εις σύνορα Ηπείρου-βομβαρδισμοί. Σειρήνες. Αρχίζουμε και τακτοποιούμεθα. Ο Θεός βοηθός!

Είναι εμφανές. Δεν ήθελε να πει το ΟΧΙ… 

 

Πηγές

Ηλίας Ηλιόπουλος, Ιωάννης Μεταξάς. Ο Εθνικός Κυβερνήτης, εκδόσεις Δημοκρατικός Τύπος, Αθήνα 2016.

David Brewer, Ελλάδα 1940-1949, πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος, Εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2017.

Γιώργος Μαυρογορδάτος, Μετά το 1922, η παράταση του διχασμού, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2017.

Εμανουέλε Γκράτσι, Το Ημερολόγιο του Γκράτσι. “Η αρχή του τέλους”, εκδόσεις Άλτερ Έγκο, Αθήνα 2018.

Μάνος Ν. Χατζηδάκης, Ιωάννης Μεταξάς. Πορεία προς τη δόξα 1936-1941, εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2016. 

 

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: