Το τέλος του Παύλου Μελά και οι πηγές

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

* το παρόν άρθρο αποτελεί προδημοσίευση σχετικής εργασίας που βρίσκεται υπό έκδοση

Pavlos_Melas

Στις 12 Οκτωβρίου ο Μελάς σταμάτησε στο χωριό Στάτιστα για να ξεκουράσει τους άνδρες του, ενώ μέσω συνδέσμων έκανε προσπάθειες να συναντηθεί με το τμήμα του Θύμιου Καούδη. Εκεί τους περίμενε ο πρόκριτος του χωριού Ντίνας που ανήκε στο τμήμα Καούδη-Κύρου και μέσω αυτού ορίστηκε συνάντηση του Μελά μαζί τους τα ξημερώματα της 14ης Οκτωβρίου. Ο Ντίνας (Κωνσταντίνος) Στεργίου ενθάρρυνε τον Μελά να διανυκτερρεύσει στο χωριό και να διαμοιράσει τους άνδρες του σε διάφορα σπίτια. Αξίζει να επισημανθεί πως ο Ντίνας λιγότερο από δύο μήνες πριν, ανήκε στο τμήμα του φανατικού Κομιτατζή Μήτρου Βλάχου. Στο χωριό υπήρχε οργανωμένος πυρήνας Βούλγαρων, ενώ παράλληλα κατευθύνονταν από γειτονική περιοχή δυνάμεις Τούρκων στρατιωτών και χωροφυλάκων. Χωρική της Στάτιστας φέρεται να ενημέρωσε τον Μελά για τις τουρκικές κινήσεις. Ο ίδιος δεν πίστευε ότι οι Τούρκοι θα τον καταδίωκαν εφόσουν αυτός και οι άνδρες του δεν θα τους προκαλούσε.

Ωστόσο, οι τουρκικές δυνάμεις περικύκλωσαν το σπίτι που βρίσκονταν η ομάδα του Κρητικού Γεωργίου Βολάνη και οι πυροβολισμοί ξεκίνησαν. Οι Τούρκοι μάλλον ειδοποιήθηκαν από τον Μήτρο Βλάχο για την παρουσία του Μελά στο χωριό. Πρόκειται δηλαδή για προδοσία των Κομιτατζήδων ώστε να βγάλουν από τη μέση έναν σημαντικό αντίπαλό τους. Όμως πρέπει να τονισθεί ότι υπάρχουν και άλλες εκδοχές για το ποιος ενημέρωσε τους Τούρκους. Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης κατονόμασε κάποιον Κωνσταντίνο ως προδότη-όργανο του Μήτρου Βλάχου. Πάνω στη συμπλοκή ο Μελάς τραυματίζεται στη οσφυϊκή χώρα, οι πόνοι γίνονται αφόρητοι και απευθυνόμενος στον υπαρχηγό και έμπιστό του Λάκη Πύρζα του λέει: «Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να του πης ότι το καθήκον μου έκαμα». Τα τελευταία λόγια του πολέμαρχου του Μακεδονικού Αγώνα ήταν «Βούλγαρος να μη μείνει».

Αρχικά, η σορός του ενταφιάσθηκε στη Στάτιστα, οι Τούρκοι όμως έψαχναν το σώμα για να βρούν τις αποδείξεις που χρειάζονταν για να επιβεβαιώσουν και επίσημα την ανάμειξη της Ελλάδας στα εσωτερικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο προεστός της Στάτιστας Ντίνας επιχείρησε την εκταφή του Μελά και τη μεταφορά του κάπου αλλού ώστε να μην κινδυνεύει να βρεθεί από τους Τούρκους. Την στιγμή εκείνη όμως τουρκικό απόσπασμα έμπαινε στο χωριό, με αποτέλεσμα ο Ντίνας να αποκεφαλίσει βιαστικά τον Μελά με δάκρυα στα μάτια. Το κεφάλι θάφτηκε προσωρινά στο Πισοδέρι, στην Ωραία Πύλη του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής, από τον ιερέα Σταύρο Τσάμη. Το σώμα το μετέφεραν οι Τούρκοι στη Καστοριά για αναγνώριση.
Εκεί με διπλωματικές κινήσεις ο Γερμανός Καραβαγγέλης κατάφερε να πάρει το σώμα και να πείσει τους Τούρκους ότι αν δεν το παρέδιδαν στην ελληνική κοινότητα θα προκαλούσαν ταραχές.

Εννοείται ότι οι Τούρκοι δεν γνώριζαν πως το σώμα ανήκε στον Παύλο Μελά, αλλά σε κάποιον Μίκη Ζέζα, χωρίς βέβαια να ξέρουν ότι ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Αργότερα, το 1907 το σώμα και το κεφάλι του Μελά μεταφέρθηκαν με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Καστοριάς κοντά στην Αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού της πόλης. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή του θανάτου του Παύλου Μελά. Ωστόσο, τα κενά στην επίσημη εξιστόρηση είναι σημαντικά όπως και οι αντικρουόμενες πληροφορίες από όσους ήταν μαζί με τον Καπετάνιο Μίκη Ζέζα.

Οι ανεπίσημες εκδοχές του θανάτου του Μελά

Είδαμε πως η επίσημη εκδοχή για το θάνατο κάνει λόγο για τραυματισμό του Μελά από βόλι τουρκικό στη μέση. Οι μαρτυρίες όμως του Πύρζα, του Ντίνα και άλλων που ήταν εκεί τις στιγμές εκείνες συχνά αυτοαναιρούνται και συγκρούονται. Το ίδιο γίνεται και με μαρτυρίες άλλων καπετάνιων που δεν ήταν αυτόπτες. Όλα αυτά μάλλον δείχνουν προσπάθεια συγκάλυψης ορισμένων λεπτομερειών που, αν όντως ευσταθούν, μπορούν να αλλάξουν την ιστορία ως προς το πως σκοτώθηκε ο Μελάς και όχι βεβαίως ως προς τη συνεισφορά του με τη θυσία του στη Μακεδονία και στον αγώνα. Οι εκδοχές και εδώ είναι αρκετές. Ο γράφων θα προσπαθήσει να δώσει μια ερμηνεία που βασίζεται στη λογική.

Ο Βολάνης, που ήταν σε διπλανό σπίτι από αυτό του Μελά όταν ξέσπασε η σύγκρουση, έγραψε σε σχετική έκθεσή του για την μοιραία εκείνη μέρα:

«[…] Όταν δέ ο Μελάς έμαθεν, ότι τα λοιπά τμήματα εγκατέλειψαν τα καταλύματά των, απεφάσισε να έλθη εις βοήθειάν μου και διέταξε τους περί αυτόν ολίγους άνδρας να εξέλθουν της οικίας. Οι Τούρκοι τον Αρχηγόν μας μόνον επυροβόλησαν εναντίον του και ρον επλήγωσαν θανασίμως. Ο Αρχηγός μας βαρέως τραυματισμένος, ηναγκάσθη να επιστρέψη πλησίον των ανδρών του μόνος του. Και τότε εν ώ υπέφερε φρικτούς πόνους από το τραύμα του, παρακαλούσε και ικέτευε όπως οι αμαρτολοί του 21 να αποκόψουν την κεφαλήν του, διά να μη πέση ζών εις χείρας των Τούρκων. Όμως κανείς δεν τολμούσε να εισακούση την παράκλησίν του και να την εκτελέση. Ο ηρωϊκός Αρχηγός μας ηναγκάσθη να αυτοκτονήση με το πιστόλιόν του, όπως μαρτυρούσιν οι ίδιοι οι οπαδοί του. Κατόπιν του ηρωϊκού θανάτου του Παύλου Μελά, οι πέντε οπαδοί του εξήλθαν μεμονωμένως της οικίας μετεμφιεσθέντες και βοηθούμενοι υπό του σκότους, κατώρθωσαν δέ να διαφύγουν, εγκαταλείψαντες εντός της οικίας τον νεκρόν. […]».

Ο αμφιλεγόμενος Ντίνας μαζί με τον Κύρου ανέφεραν στον Πρόξενο Αγοραστό πως ο Μελάς χτυπήθηκε πάνω από τον ομφαλό από Τούρκο χωροφύλακα, τον οποίο μάλιστα ο Μελάς παρόλα αυτά κατάφερε να σκοτώσει. Οι πληροφορίες αυτές που σε ορισμένα σημεία είναι ανακριβείς αποτέλεσαν τη βάση για τη σύνταξη της αναφοράς του Προξένου. Ιδιαίτερα σημαντική κατά τον γράφοντα θεωρείται η μαρτυρία του Καπετάν Βάρδα του Μακεδονικού Αγώνα, κατά κόσμον Γεωργίου Τσόντου. Στη ημερολογιακή καταγραφή της 17ης Ιουλίου 1907, ο ίδιος σημειώνει πληροφορίες προερχόμενες από τη Στάτιστα που αναφέρονται στον τότε πρόκριτο του χωριού Ντίνα. Ο Ντίνας το 1905 έφυγε για την Αμερική, επειδή φοβόταν για τη ζωή του καθώς αυτός είχε αποτελειώσει τον τραυματία Μελά. Μάλιστα το 1908 Έλληνας πράκτορας βρίσκονταν στην Αμερική για να εντοπίσει και να εκτελέσει τον Ντίνα.

Ο υπαρχηγός του Μελά, Λάκης Πύρζας υποστήριξε τον Δεκέμβριο του 1904 στην Αθήνα, στο σπίτι της Ναταλίας Μελά, πως ο σύζυγός της χτυπήθηκε από τουρκικό βόλι και ξεψύχησε μετά από μία ώρα περίπου, ενώ στο μεταξύ πονούσε και του ζητούσε να τον απαλλάξει από τους πόνους, κάτι που ο τελευταίος δεν μπόρεσε να πράξει. Αυτή την επίσημη εκδοχή κατέγραψε στη βιογραφία του Παύλου Μελά η σύζυγός του Ναταλία, όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1926. Η κυκλοφορία της βιογραφίας, ωστόσο, προκάλεσε την αντίδραση της οικογένειας Μελά και συγκεκριμένα του αδερφού του Γεωργίου, ο οποίος σε επιστολή του σχετικά με το τέλος του Παύλου ανέφερε:

«[…] Θεωρώ υποχρέωσιν επιτακτικήν προς την μνήμην αυτού να διαμαρτυρηθώ μετ΄αγανακτήσεως εναντίον της όλως φανταστικής αφηγήσεως των τελευταίων στιγμών του εθνομάρτυρος, ως εσκηνοθέτησαν αυτάς οι δημοσιεύσαντες το περί ού πρόκειται έργον «Παύλος Μελάς». […] Δίς είδα τον Πύρζαν και οσάκις έθετα αυτώ το ερώτημα: «Ποίος έθεσε τέρμα εις τα βάσανα του Παύλου», ερυθρίαζε, εφαίνετο προφανώς στενοχωρημένος και απέφευγεν την απάντησιν. Εν τούτοις, άλλος τις εκ των ανδρών του, ού το όνομα μου διαφεύγει, μου είπεν αυτολεξεί: «Αφού κάμποση ώρα ωμίλησεν ο αρχηγός και κάποτε βογγούσεν από τον πόνον ως τον ακούαμεν εκ του παραπλεύρου διαμερίσματος, έξαφνα ακούσαμεν και μία πιστολιά και τότε όλα ησύχασαν». Ποίος ο εκτελέσας το τρομερόν αλλ’ επιβεβλημένον μυστήριον ουδέποτε εμάθομεν. Αλλά διατί να φοβήται να ειπή την αλήθειαν ο εκτελεστής πράξεως σκληράς μεν αλλ’ ιεράς; Πράξεως φιλανθρωπίας και συναδελφικής αλληλεγγύης; Τίς, γνωρίζων τους Τούρκους και Βουλγάρους δεν ήθελεν εννοήση και επιδοκιμάση την φρικτήν, αλλ’ αναπόφευκτον ανάγκην; […] Διατί ν’ αφήνουν τους πρώτους τυχόντας να κατασκευάζουν κατά βούλησιν φανταστικόν το τέλος του εθνομάρτυρος και να θέτουν εις τα χείλη του, ως υστάτην λέξιν, το «πονώ»; […]».

Την απάντηση στο ερώτημα ίσως τη δίνει η μαρτυρία του αυτόπτη συμμαχητή του Μελά, Πέτρου Χατζητάση, το 1927: «Ο αρχηγός μας διέταξε να παρακολουθούμε με προσοχή τους Τούρκους, χωρίς να πυροβολήσουμε. Αυτός κατέβηκε στην αυλή, ακολουθούμενος από τον καπετάν Λάκη Πύρζα. Μόλις είχαν πατήσει στο κατώφλι της σκάλας, ένας μόνο πυροβολισμός ακούστηκε κι ένα ώχ! Αμέσως κατεβήκαμε στην αυλή και βλέπουμε τον αρχηγό νεκρό. Τον σηκώσαμε και τον κρύψαμε στον αχερώνα και φύγαμε. Δεύτερος πυροβολισμός δεν ακούστηκε. Ο πυροβολισμός θα ήταν από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Λάκη Πύρζα».

Ανεξαρτήτως όμως των σημαντικών λεπτομερειών, η ουσία των γεγονότων δεν αλλάζει. Ο Παύλος Μελάς αποτελεί στις μέρες μας ένα ευγενές πρότυπο ήρωα που αφοσιώθηκε σε έναν αγώνα τραχύ αφήνοντας τις απολαύσεις μιας ήρεμης ζωής στη Κηφισιά των Αθηνών. Ένα πρόσωπο που δεν δίχασε ή διχάζει. Το κυριότερο όμως είναι πως ο ίδιος με τη θυσία του αφύπνισε ολόκληρο τον Ελληνισμό για τη Μακεδονία. Και τελικά δικαιώθηκε από την Ιστορία. Ασχέτως, αν σύγχρονοι νάνοι πασχίζουν να αμαυρώσουν το σύμβολο που ονομάζεται Παύλος Μελάς.

Πηγές:

Αρχεία Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη 1904-1908, τόμος Α’, ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Το Βήμα», Αθήνα 2014.

Βασίλης Κ. Γούναρης, Το Μοιραίο δεκαήμερο, Καθημερινή / ένθετο «Επτά Ημέρες», 17/10/2004.

Μίτση Σκ. Πικραμένου, Έμεινα εκεί εκτελών το προς την πατρίδα καθήκον! Η βιογραφία του Παύλου Μελά, εκδόσεις Πικραμένος, Πάτρα, 2015.



Categories: Ιστορικές προσωπικότητες, Μακεδονικός Αγώνας

Tags: , , , , , , ,

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: