Μετάβαση στο περιεχόμενο

«Ο παληός αντάρτης» του Δημ. Σούτζου ή η σύγχρονη ιστορία σ’ ένα ποίημα

Δημήτριος Σούτζος

του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

Ο Δημήτριος Σούτζος γεννήθηκε το 1916 στην Αθήνα, έχοντας καταγωγή από την οικογένεια των Σούτζων, ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας. Σπούδασε Νομικά και κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο πολέμησε στη πρώτη γραμμή σαν έφεδρος Ανθυπίλαρχος Ιππικού.

Στα χρόνια της κατοχής ανέβηκε στο βουνό στις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών του ΕΔΕΣ και πολέμησε στον Ιερό Λόχο Σπουδαστών, που υπαγόταν στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων του Επίλαρχου Γεωργίου Αγόρου. Διετέλεσε Διμοιρίτης του Ιερού Λόχου έχοντας τον βαθμό του Υπίλαρχου, ενώ πρωταγωνίστησε και στα έντυπα της οργανώσεως υπογράφοντας πολλές φορές με το ψευδώνυμο «Δυναμίτης».

Πολέμησε σε πολλές μάχες κατά των Γερμανών και του ΕΛΑΣ. Ιδιαίτερα κατά των πρώτων στα Τζουμέρκα, στη θρυλική μάχη της Μενίνας και στην Τσούκα των Ιωαννίνων. Τραυματίστηκε το 1943 στη μάχη της Καλεντίνης στην Άρτα και το επόμενο έτος έξω από την μαρτυρική Παραμυθιά.

Μετά την απελευθέρωση, πολέμησε την περίοδο 1946-1949 κατά του «Δ.Σ.Ε.» και διετέλεσε Υποδιοικητής του Ιππικού της Βασιλικής Φρουράς. Υπήρξε πολυγραφότατος και εκδότης του περιοδικού Κένταυρος του Γενικού Επιτελείου Στρατού-Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού. Μεταξύ άλλων κυκλοφόρησε το σημαντικό βιβλίο «Το ημερολόγιο ενός Αντάρτη», το 1989 από τις εκδόσεις Νέα Θέσις, που αποτελεί τις αναμνήσεις του από τα χρόνια της κατοχής στην πρωτεύουσα και βεβαίως από τα βουνά της Ελεύθερης Ορεινής Ελλάδας του ΕΔΕΣ.

Ένα άλλο σημαντικό έργο του είναι η ποιητική συλλογή «Με το κελάϊδημα του πολυβόλου» που εξέδωσε το 1955 στην Αθήνα, που αφιερώνεται στην μνήμη του Στρατηλάτη Κωνσταντίνου. Στη συλλογή αυτή υπάρχει και το ποίημα «Ο παληός αντάρτης» που, κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντα, αποτελεί παράλληλα μια ευσύνοπτη εξιστόρηση της περιόδου 1897-1944. Γράφτηκε στη πρωτεύουσα το 1946.

Ο ΠΑΛΗΟΣ ΑΝΤΑΡΤΗΣ

Ο Φώτης ο Καμπολατιάς ήταν παληός Αντάρτης

Ζύγωνε τα εβδομήντα του, μα είχε ψυχή φωτιά

Απ’ το Κομπότι κράταγε της Επαρχίας Άρτης

Και πολεμούσε, ως έλεγαν, απ’ το Ενενήντα Εφτά.

Αιχμάλωτο τον πήρανε τότε για λίγες μέρες

Οι Τούρκοι, μα τους τ’ όσκασε και πήρε τα βουνά

Κι’ ενώ τον κυνηγούσανε και σφύριζαν οι σφαίρες

Πήδηξε μεσ’ στον Άραχθο και γύρισε ξανά.

Το Εννιακόσια Τέσσερα για τη Μακεδονία

Ανέβηκε και τάχτηκε στο Σώμα του Μελά

Το Βούργαρο πολέμησε με λύσσα και μανία

Και στο Μορίχοβο άρπαξε μια σφαίρα στην κοιλιά.

Το Δώδεκα στα Γιάννενα μαζύ με τον «Κουμπάρο»

Εμπήκε, κι’ υστερώτερα στης Κρένσας τα Στενά

Είχε αντικρύσει δυό φορές στα μάτια του το χάρο

Κι’ είχε ζήσει ώρες που κανείς, δύσκολα τι ξεχνά.

Το Δεκαπέντε στο κλαρί το βρήκε, στη Χειμάρρα

Στο Σπυρομήλιο δίπλα, στο Βορειηπειρωτικό

Μα σε δυό χρόνια πλάκωσε του Γένους η κατάρα

Του αδερφοχτόνου διχασμού το μαύρο το κακό.

Που ήτανε και πως βρέθηκε ποτέ δέ μολογούσε

Μόνο για κάτι φυλακές και κάτι φονικά

Μιλούσε κάποτε σιγά σαν κάπου να πονούσε

Μα έπαυε αμέσως βρίζοντας… (αχ τα κομματικά!).

Είχε αηδιάσει απ’ όλα αυτά κι’ όταν τη Μικρασία

Χάσαμε, ξαναγύρισε με την ψυχή βαριά

Να καλλιεργήση μια μικρή σκόπευε περιουσία

Που βρήκε απ’ τον πατέρα του στης Άρτας τα χωριά.

Άραξε πιά κανονικά. Παντρεύτηκε και ζούσε

Ήσυχος, τη δουλίτσα του κυττώντας σιωπηλά

Αν και, καμμιά φορά ο παληός ο Φώτης εξυπνούσε

Μα γρήγορα του πέρναγε, πέρασαν τα παληά.

Και το Σαράντα που οι Ιταλοί δωμέσα είχαν ορμήσει

Και το κανόνι βρόνταγε και πάλι δυνατό

Εθελοντή να τον δεχτούν, έτρεξε να ζητήση

Μα γέρους εξηντάρηδες δεν παίρνουν στο Στρατό.

Απ’ τους φαντάρους που περνούν κι’ απ’ την εφημερίδα

Τις νίκες μας τις μάθαινε με μιάν ιερή χαρά

Μα πλάκωσαν κι’ οι Γερμανοί στο τέλος, κι’ η Πατρίδα

Μεσ’ της σκλαβιάς βυθίστηκε τη Μαύρη συμφορά.

Με το φαρμάκι στην ψυχή δέχτηκε το χαμπέρι

Είχε έρθει η μέρα η σιωπηλή που είν’ όλα σκοτεινά

Μα «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει»

Και φούντωσε τ’ αντάρτικο και πάλι στα βουνά.

Άρπαξε το ντουφέκι του κι’ αμέσως στα Τζουμέρκα

Από τους πρώτους βρέθηκε στου Ζέρβα το πλευρό

Στ’ αντάρτικο δεν σε ρωτούν αν είσαι «εξήντα» ή «δέκα»

Φτάνει ν’ άχης καρδιά άφοβη και το κορμί γερό.

Τα φυσεκλίκια σταυρωτά, στη μέση το μαχαίρι

Πλούσια γενειάδα ολόλευκη στο στήθος του χυτή

Στη γνώση και στη λεβεντιά, άλλον δεν έχει ταίρι

Κι’ ογδόντα τον κυτάζουνε στα μάτια διαλεχτοί.

Είναι τα παλληκάρια του, τους έχει σαν παιδιά του

Κι’ εκείνοι τον λατρεύουνε και τον ακολουθούν

Σαν τα λιοντάρια στη φωτιά και την παλληκαριά του

Με πείσμα και φιλότιμο να φτάσουν προσπαθούν.

Συχνά, τα βράδυα που οι δουλιές είχανε πια τελειώσει

Και μαζεμμένοι γύρω του ξαπλώναν στα κλαριά

Τους έλεγε ότι «η Ελλάδα μας πρέπει να μεγαλώση

Γιατί μονάχα η δύναμη δίνει τη Λευτεριά».

Όλος αγνή αγαθότητα είν’ ο καπετάν Φώτης

Που φαίνεται στο βλέμμα του το ήρεμο και το σοφό

Μα αλλοίμονο αν στα χέρια του πέση καν’νας προδότης

Π’ αυτούς που λεν πως έχουνε το Βούργαρο αδερφό.

Τότε όλη η γλύκα της ματιάς σβυέται. «Θα σας τσακίσω»

Βροντοφωνάει κι’ αλύπητα με λύσσα τους χτυπά

(Δεν το ξεχνάει πως τούρριχναν μπαμπέσικα από πίσω

κάποτε που πολέμαγε με Γερμανούς μπροστά) [1]

[1] Μάχη Νεράϊδας Τζουμέρκων 30 Οκτωβρίου 1943.

Τους ήξερε γιατί συχνά τους είχε πολεμήσει

Μα τους θωρρούσε γι’ άπιστους κι’ εχθρούς παντοτεινούς

Πιο σκάρτους κι’ απ’ τους Ιταλούς τους είχε υπολογίσει

Τη μάχη τη χαιρότανε μόνο με Γερμανούς.

Σ’ αυτούς ορμούσε ακράτητος, κι’ ακόμα σώμα-σώμα

Με το μαχαίρι πάλαιβε με λύσσα τρομερός

Όμως μια σφαίρα κάποτε τον κάρφωσε στο χώμα

Τούχε τρυπήσει την καρδιά και κείτονταν νεκρός.

Ο Φώτης ο Καμπολατιάς, ήταν παληός αντάρτης

Ζύγωνε τα εβδομήντα του, μα είχε ψυχή φωτιά

Απ’ το Κομπότι κράταγε της επαρχίας Άρτης

Και πολεμούσε, ως έλεγαν, απ’ το Ενενήντα Εφτά.

Πληροφορίες, για την βιογραφική εισαγωγή, αντλήθηκαν από τις εξής πηγές:

  • Μεγάλη Ελλάδα, εφημερίδα του 3/40 Συντάγματος Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών Ελευθέρας Ορεινής Ελλάδος, περίοδος 1944-1945, Αθήνα 1998(Ανατύπωσις), επιμ. Ιωάννης Κατσαδήμας.
  • Δημήτριος Σούτζος, Το ημερολόγιο ενός Αντάρτη, Νέα Θέσις, Αθήνα 1989.
  • Πέτρος Μυλωνάς, Δημήτριος Σούτζος. Αντάρτης και διανοούμενος, σ.σ. 28-30 στο περιοδικό Ανάκτηση, τεύχος 2, Δεκέμβριος 2016.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: